Το τραγούδι είναι από χώμα, νερό, φωτιά, θρύλους, αγώνες και αισθήματα. Του Στέλιου Ελληνιάδη

Ακούγοντας συμπτωματικά ένα πασχαλιάτικο ραδιοφωνικό πρόγραμμα με παραδοσιακά τραγούδια σε νεότερες εκτελέσεις από τη Μάρθα Φριντζήλα, τον Παντελή Θαλασσινό και άλλους σύγχρονους τραγουδιστές που προσεγγίζουν τα κλασικά τραγούδια με αγάπη και σεβασμό, σκεφτόμουν ότι οι ερμηνείες τους δεν είναι κακές, μερικές μάλιστα είναι πολύ καλές, αλλά έχουν ουσιώδεις διαφορές από τις παλιές εκτελέσεις των ίδιων τραγουδιών.Κατά περίπτωση, τόσο μεγάλες διαφορές λες και πρόκειται για άλλα τραγούδια. Ίδιες μελωδίες, ίδια λόγια, συχνά και ίδια όργανα, αλλά το τελικό αποτέλεσμα διαφέρει σοβαρά απ’ αυτό που έφτασε σε μας ως πρωτότυπο. Οι νέες εκτελέσεις μεταφέρουν ένα άλλο αισθητικό, κοινωνικό και ψυχολογικό φορτίο. Από άλλο περιβάλλον, άλλη ζωή, άλλη γλώσσα, άλλη κουλτούρα και άλλους ανθρώπους. Κι αυτό είναι φυσικό. Όταν όλα έχουν αλλάξει, πώς θα μπορούσαν οι ερμηνείες να μην αλλάζουν;
Αυτό το «πρόβλημα» υπάρχει και με τις ερμηνείες των ρεμπέτικων και λαϊκών τραγουδιών, αλλά είναι εντονότερο με τα δημοτικά τραγούδια, γιατί οι αλλαγές στην ύπαιθρο είναι πολύ πιο βαθιές από τις αλλαγές που συμβαίνουνστα αστικά κέντρα.
Γι’ αυτό, από τα δημοτικά που ακούω από τους τραγουδιστές της πόλης, λείπει το χώμα, όπως λείπει απ’ το ρεμπέτικο η μαγκιά κι απ’ τα λαϊκά τραγούδια η γειτονιά. Είναι αστικές διασκευές των παραδοσιακών και κλασικών. Διαφορετικές στη σύσταση και την τελική μορφή τους. Αντιθέτως, από ένα τραγουδιστή που δεν έχει ξεφύγει από το πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκαν τα δημοτικά τραγούδια, σαν τον ηπειρώτη Σάββα Σιάτρα,στο ύφος και στον τρόπο της ερμηνείας του «ακούς» όλη την Ήπειρο∙ όλα τα χαρακτηριστικά της στοιχεία μετουσιωμένα σε ήχο:
Ορεινά και πεδινά χωριά, απέραντα τοπία, βράχοι και σμιλεμένες πέτρες,
Αγριόγιδα, πρόβατα, αετοί, γεράκια, δρυοκολάπτες, σαύρες, λαγοί, οχιές, αρκούδες και λύκοι, βελανιδιές, πεύκα, κυκλάμινα, ρίγανη και μέντα,
γιοφύρια, μάντρες και μονοπάτια, χαράδρες και γκρεμοί,
τσαρούχια, φουστανέλες και τσεμπέρια,
ξωκλήσια και μαντριά, πανηγύρια,
τσίπουρα και βότανα, ζυμαρόπιτες και αλευρόπιτες,
ιστορίες, μύθοι και θρύλοι, φυσικά φαινόμενα και προλήψεις,
αγρότες, τεχνίτες, έμποροι, παπάδες και δάσκαλοι,
μετανάστες και πρόσφυγες, ήρωες, άγιοι και δυνάστες, ευεργέτες και κλέφτες,
Έλληνες κι Αλβανοί, ο Αλή Πασάς, ο Σπυρομήλιος και οι Ζωσιμάδες,
χαρές, γάμοι και πανηγύρια, ήθη, έθιμα, ντοπιολαλιές και προφορές,
αισθήσεις, γεύσεις, αφές, μυρωδιές, ήχοι και εικόνες από άπειρες πτυχές και λεπτομέρειες μιας ατιθάσευτης φύσης και μιας πολύ σκληρής, κλειστής και λιτής ζωής,
ένας κόσμος με τα δικά του χρώματα, αρώματα κι ακούσματα,
με τη δική του αισθητική και τη δική του θέα και θέαση του κόσμου,
με τους δικούς του κανόνες και αξίες,
συνοψίζεται και εκφράζεται με μελωδίες, στίχους, τραγούδια και ερμηνείες, με φλογέρες, κλαρίνα, βιολιά, ντέφια και λαούτα, με κυκλικούς αργόσυρτους χορούς, με μοιρολόγια, μονοφωνίες, πολυφωνίες και ισοκρατήματα.
Όσο πιο ντόπιος, όσο πιο ριζωμένος κι όσο πιο ταλαντούχος είναι ο τραγουδιστής τόσο περισσότερα στοιχεία από την Ήπειρο εμπεριέχονται στην ερμηνεία του. Στοιχεία που δεν τα «ακούς» όλα ξεχωριστά, αλλά ανιχνεύονται στην έκφραση και στο τελικό αποτέλεσμα.
Αντίστοιχα, γεωπολιτισμικά γονίδια φτιαγμένα στην Κρήτη, καθορίζουν το ύφος και τον τρόπο ερμηνείας του Κώστα Μουντάκη, του Νίκου Ξυλούρη, του Βασίλη Σκουλά, του Ψαραντώνη κ.ά., τα φτιαγμένα στη Ρούμελη του Τάκη Καρναβά, της Τασίας Βέρρα, της ΦιλιώςΠυργάκη και πάει λέγοντας από τόπο σε τόπο και από εποχή σε εποχή.
Εάν μπορούσε κανείς να αναλύσει λεπτομερώς το γενετικό κώδικαόλου αυτού του «σετ», σίγουρα θα έβρισκε ένα-ένα ξεχωριστά τα αμέτρητα γονίδια από τα οποία είναι πλασμένες οι μουσικές, οι χοροί, τα τραγούδια, οι στίχοι, η γλώσσα και η ερμηνεία∙ γονίδια από πέτρες, νερά, αέρηδες, φυτά, ζώα και ανθρώπους, ξένους και ντόπιους, αντιλήψεις και γούστα, ιστορίες, εμπειρίες και πεποιθήσεις, αγάπες και μίση, ανάγκες και προσδοκίες, αδικίες και πάθη, τύχες και ατυχίες. Και που δεν είναι πάντα ίδια, ούτε στη ίδια δοσολογία, γιατί κάθε τραγούδι έχει και τα δικά του θέματα και νοήματα, κάθε χορός τα δικά του τσαλίμια, κάθε μουσική τα δικά της γυρίσματα, σε πρώτο και δεύτερο πλάνο, και κάθε χωριό, κάθε περιοχή, έχει τις ιδιαιτερότητές της. Αυτό το πολυθαύμα είναι μέρος αυτού του ευλογημένου τόπου. Καμία άλλη περιοχή στην Ευρώπη δενέχει αυτή την τεράστια ποικιλία μουσικών και χορών που άνθισαν σε όλη την Ελλάδα, από τη Θράκη και την Κέρκυρα ως το Καστελόριζο, τη Μάνη και τα Σφακιά, χάρη σ’ αυτή την πολυπλοκότητα και πανσπερμία μιας πορείας χιλιάδων χρόνων.
Αστικό Τραγούδι
Και το αστικό περιβάλλον άλλαξε, αλλά όχι τόσο πολύ όσο η ύπαιθρος. Ο αγροτικός πολιτισμός εγκαταλείφθηκε, θύμα της εσωτερικής-εξωτερικής μετανάστευσης και των αγροτικών πολιτικών που εφαρμόστηκαν. Κι αυτός που απέμεινε, σε μεγάλο βαθμό, μικροαστικοποιήθηκε. Τον διέβρωσε η κουλτούρα της πόλης. Η τσιμεντοποίηση της Κυψέλης επεκτάθηκε σε όλη την επαρχία και η μαζική κουλτούρα των αστικών κέντρων, με οδοστρωτήρα την τηλεόραση, σάρωσε τις κωμοπόλεις και τα χωριά αλλοιώνοντας το χαρακτήρα τους και πολτοποιώντας τις τοπικές κουλτούρες.
Το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι γεννήθηκαν μέσα στις καινούργιες πόλεις. Το ρεμπέτικο έπαψε να παράγεται καθώς προχωρούσε ραγδαία ο εκσυγχρονισμός, ενώ το μεταπολεμικό λαϊκό κράτησε – όχι βέβαια χωρίς σοβαρή κακοποίηση- μέχρι τις μέρες μας, επειδή οι συνθήκες, τα γούστα και οι αντιλήψεις της δεκαετίας του 1960 και του 1970, δεν είχαν εντελώς εξαφανιστεί στις δεκαετίες του 1980 και του 1990.
Ύφος και ερμηνεία στο λαϊκό τραγούδι διαμορφώθηκαν από πολύ σπουδαίους μουσικούς και τραγουδιστές, που του έδωσαν μορφή και το σφράγισαν. Πρόδρομος Τσαουσάκης, Στέλιος Καζαντζίδης, Καίτη Γκρέυ, Πόλυ Πάνου, Πάνος Γαβαλάς, Στράτος Διονυσίου και πολλοί άλλοι. Παρ’ όλ’ αυτά, και στο λαϊκό τραγούδι παρατηρείται αξιοσημείωτη αλλαγή στο ύφος και την ερμηνεία του από τους μεταγενέστερους τραγουδιστές. Και δεν εννοώ τον Τσαλίκη, την Πάολα και τη Βανδή, που εκφράζουν την ντίσκο-ποπ εκδοχή του, χωρίς πολλά από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του, φτάνοντας μέχρι την πλήρη αλλοίωση και κακοποίηση. Εννοώ τους τραγουδιστές που αναδείχτηκαν στις μουσικές σκηνές και τις συναυλίες. Καλές φωνές, ταλέντο, γνώσεις, σεβασμός και αφοσίωση, αλλά χωρίς μερικά από τα βασικά συστατικά του τραγουδιστή που ήταν ταυτισμένος με το λαϊκό υπόστρωμα της κοινωνίας και δεν απομακρύνθηκε ή δεν διαφοροποιήθηκε πολιτισμικά απ’ αυτό. Οι νέοι τραγουδιστές δεν έχουν τα γεωπολιτισμικά βαρίδια του Μπιθικώτση ή της Μοσχολιού, του Δημήτρη Μητροπάνου ή της Ρίτας Σακελλαρίου. Δεν έχουν αυτό που παλιά συνοψιζόταν στο «λαϊκός», «βαρύς» ή «μάγκας». Είναι παιδιά μιας σχολικά περισσότερο μορφωμένης, αλλά και πιο «στρωτής» κοινωνίας, και το ύφος και η ερμηνεία τους είναι πιο επιτηδευμένα, σε σημείο που πρόκειται για νέα ιδιώματα του λαϊκού τραγουδιού.
Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 που το λαϊκό τραγούδι είναι στο φόρτε του, ο Καζαντζίδης ζει σε ένα απλό διαμέρισμα στη Νέα Ιωνία. Τραγουδάει σε ένα μαγαζί στην Κοκκινιά που έχει ψάθινες καρέκλες και γεμίζει με μεροκαματιάρηδες που πίνουν χύμα κρασί. Έχει μια μικρή βάρκα με την οποία πηγαίνει για ψάρεμα. Κάνει παρέα με μη διάσημους ανθρώπους, λαϊκούς, μπετατζήδες, μηχανικούς και ναύτες. Τραγουδάει για την αδικία, τη φτώχεια και τη μετανάστευση χωρίς να νοιάζεται αν θα τον χαρακτηρίσουν, σε εποχή αυστηρής λογοκρισίας. Ερωτεύεται λαϊκές τραγουδίστριες. Δεν ξέρει ούτε δημοσιογράφους ούτε πολιτικούς. Και δεν τον ενδιαφέρει να τους γνωρίσει. Αγγαρεία δίνει μια συνέντευξη. Μιλάει ποντιακά και έχει επεξεργαστεί τα ελληνικά του στις αυλές και τις αλάνες, με νανουρίσματα, παραμύθια, τραγούδια και αφηγήσεις για ξεριζωμούς και χαμένες πατρίδες, για μεροκάματα στα εργοστάσια και για παιδιά ξυπόλητα. Είναι φορέας μιας πλούσιας προφορικής παράδοσης που τα εμπεριέχει όλα. Ρεμπέτικα, ελαφρά, ποντιακά, σπανιόλικα, αραβικά και, χωρίς προκαταλήψεις και εθνικιστικές στρεβλώσεις, αμανέδες και τούρκικα, που είναι πολύ δημοφιλή στις προσφυγογειτονιέςτουλάχιστονμέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960.
Αντίστοιχες είναι οι ατομικές διαδρομές όλων των σπουδαίων τραγουδιστών του λαϊκού τραγουδιού, είτε είναι από την Πάτρα, όπως η Πόλυ Πάνου, που βγαίνει στο τραγούδι έφηβη, είτε είναι από τα Τρίκαλα, όπως ο Μητροπάνος, τη γενέτειρα του Τσιτσάνη και του Καλδάρα. Οι χωματόδρομοι, οι νερουλάδες, τα ασβεστωμένα σπίτια, ο Καραγκιόζης, οι εξόριστοι, οι φυλακές, το ποδόσφαιρο, οι κουρελούδες, η οικοδομή, το καφενείο, το μπιλιάρδο, οι μπίλιες, ο πετροπόλεμος, το μουρουνέλαιο, τα καπνεργοστάσια, τα κλωστοϋφαντουργεία και τα λατομεία, το λιμάνι, τα φουγάρα των πλοίων και οι καμινάδες των σπιτιών, η Τρούμπα, η μετανάστευση, οι αρρώστιες, οι χασαποταβέρνες, το γραμμόφωνο, το λεωφορείο, η παράγκα στη Σαλαμίνα, το οικόπεδο στη Λούτσα, το γιασεμί και ο βασιλικός, το χύμα κρασί, το τάβλι, οι καλοκαιρινοί σινεμάδες, το υποβρύχιο, η λατέρνα, ο γύφτος με την αρκούδα, τα κάλαντα, το ραδιόφωνο, η Έβγα και το περίπτερο, η κοινωνική συνοχή, η αλληλεγγύη, ο έρωτας… Ένας άλλος τρόπος ζωής, ένα άλλο περιβάλλον, μια άλλη κουλτούρα, μέσα από την οποία ξεπηδάει σαν καρπός το λαϊκό τραγούδι και διαμορφώνεται ο λαϊκός τραγουδιστής. Αυτό μπορεί να αντιγραφεί ή να επαναληφθεί ακέραιο και απαράλλαχτο;
Το τραγούδι δεν είναι σκέτο νότες και στίχους. Και η ερμηνεία δεν είναι μόνο σωστή ή φάλτσα. Η ερμηνεία είναι εξίσου χώρος, ιστορία, ατμόσφαιρα, αντιλήψεις, ανάγκες, χαρές και βάσανα. Είναι στυλ, χρώμα και ύφος, είναι συλλογική και ατομική ταυτότητα, είναι άποψη και εκφορά του κόσμου. Είναι τα πάντα σε ένα. Και όσο πιο πολύ απ’ αυτά «τα πάντα» εμπεριέχει, τόσο καλύτερη είναι. Γι’ αυτό, συνήθως, οι σπουδαγμένοι τραγουδιστές σπανιότατα ερμηνεύουν ένα δημοτικό ή λαϊκό τραγούδι καλύτερα από ένα βοσκό, ένα ψαρά, μια χωριάτισσα νοικοκυρά ή ένα οικοδόμο και ένα λιμενεργάτη. Μόνο λίγοι, υπερβολικά προικισμένοι ή πολύ ψαγμένοι, έχουν αυτό το προσόν, να προσλαμβάνουν, να ενσωματώνουν και να αφομοιώνουν όλο το πολυσύνθετο τοπικό πολιτισμικό ιδίωμα σε σημείο να εκφράζουν ολοκληρωμένα αυτό που έχουν από τη φύση τους, αδιαμεσολάβητα, οι απλοί άνθρωποι.
Κατάχρηση
Με αυτό το σκεπτικό, θεωρώ τις νέες ηχογραφήσεις παλιών τραγουδιών μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Ότι για να ξαναηχογραφηθεί ένα κλασικό τραγούδι θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ένας πολύ σοβαρός λόγος και να μην γίνεται από ευκολία και ασχετοσύνη, ούτε επειδή έχουν έλλειψη ρεπερτορίου οι τραγουδιστές.
Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, έγινε τρομερή κατάχρηση και πλημμύρισαν τα ραδιόφωνα από δεύτερες εκτελέσεις που έγιναν χωρίς να υπάρχει κανένας καλλιτεχνικός λόγος. Ελάχιστα τραγούδια γλύτωσαν από την επιδημία των αντιγράφων. Και δεν αναφέρομαι στις εκτελέσεις που γίνονται στις παραστάσεις, στις συναυλίες και τα κέντρα διασκέδασης, που είναι λογικές και αναμενόμενες. Αναφέρομαι αποκλειστικά στις εκ νέου ηχογραφήσεις που γίνονται δίσκοι, CD. Ούτε μηδενίζω τη χρηστική πλευρά των επανεκτελέσεων, αφού συμβάλλουν στη διάδοση των κλασικών τραγουδιών, ιδίως στους νέουςοι οποίοι όταν τα ανακαλύπτουν, έστω από δεύτερες εκτελέσεις, στρέφονται αργά ή γρήγορα με μεγαλύτερη αγάπη στις πρώτες τους εκτελέσεις. Προσωπικά, προτιμώ τις καθαρές, ακόμα και τις ακραίες διασκευές των τραγουδιών, δημοτικών και λαϊκών, παρά τις αβαθείς αντιγραφές τους. Η διαφορετική κουλτούρα των τραγουδιστών από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο δεν μπορεί να κρυφτεί ή να υπερπηδηθεί στην ερμηνεία των τραγουδιών, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.
Ζούμε σε μια εποχή ισοπέδωσης των επιμέρους πολιτισμών και ομογενοποίησης. Που εξαφανίζονται ή αφανίζονται τα παλιά «γεωπολιτισμικά γονίδια» που καθορίζουν το ύφος και τις ερμηνείες των τραγουδιών. Όπως εξαφανίζονται οι σπόροι και οι ντομάτες και οι φράουλες έχουν το ίδιο χρώμα, μέγεθος και σχήμα, αλλά υστερούν σε γεύση. Κάθε προσπάθεια να επιβληθεί μία μορφή, ένα καλούπι στο ζωντανό μουσικό πολιτισμό, ακόμα και με καλές προθέσεις, συντείνει στην τυποποίηση και την αποστέωσή του.
Ευτυχώς, στις μέρες μας, υπάρχουν ακόμα μερικοί καλλιτέχνες που προέρχονται από την κλασική σχολή και διδάσκουν «live» πως ερμηνεύεται ένα τραγούδι αλά παλαιά, όπως η Γλυκερία και η Ελένη Βιτάλη, αλλά και ο Μανώλης Λιδάκης και ο Πασχάλης Τερζής στις καλές τους. Και μερικοί άλλοι. Γι’ αυτό, ο θάνατος του Μπάμπη Γκολέ ήταν μεγάλη απώλεια. Ο Γκολές ήταν σαν να είχε βγει κατ’ ευθείαν από τα στέκια της δεκαετίας του ’30. Ο τρόπος που μεγάλωσε στην Πάτρα, το κοινωνικό του στάτους, η λαϊκή παιδεία του, ο χαρακτήρας και οι εμπειρίες του, διαμόρφωσαν ένα καλλιτέχνη με τις παλιές προδιαγραφές. Γι’ αυτό οι ερμηνείες του ήταν πολύ κοντά στο αυθεντικό ύφος του ρεμπέτικου, χωρίς καμία προσποίηση.
Πάντως, ειδικά με το ρεμπέτικο, συνέβη κάτι πολύ ασυνήθιστο και αξιοσημείωτο. Η λεγόμενη αναβίωση του ρεμπέτικου, στη μεταπολίτευση, που έβγαλε τα ρεμπέτικα από το σεντούκι με τις παλιατζούρες και τα ενέταξε εκ νέου στο σύγχρονο ρεπερτόριο. Αλλά αυτό θέλει ένα ξεχωριστό σχολιασμό.
Υπάρχει συνέχεια
Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις μέρες μας, είναι η σημαντική απήχηση που έχουν τα δημοτικά, ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια στους νέους. Χιλιάδες παιδιά, έφηβοι, φοιτητές και εργαζόμενοι, παίζουν μπουζούκια, λαούτα, λύρες και όλα τα όργανα των λαϊκών και δημοτικών συγκροτημάτων. Αναστήθηκαν τα ούτια, τα σαντούρια και τα κανονάκια, που θεωρούνταν τελειωμένα στην Ελλάδα. Στα μουσικά σχολεία, σε όλη την Ελλάδα, έγινε μια αυθόρμητη και ειρηνική επανάσταση των εφήβων. Εννοείται ότι αυτά τα παιδιά δεν παίζουν ούτε τραγουδούν αυτά τα υπέροχα τραγούδια σαν τον Μπάτη ή τον Χρόνη Αηδονίδη. Σέβονται, όμως, πάρα πολύ τη δομή των κληρονομημένων τραγουδιών και τα προσεγγίζουν σαν το κλασικό τραγούδι της Ελλάδας. Αποκτώντας γερές βάσεις, στην εξέλιξή τους, τα πιο ταλαντούχα, προσθέτουν διακριτικά στοιχεία από το δικό τους ύφος, τα δικά τους ακούσματα και τη δική τους κουλτούρα. Έτσι, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα συγκροτήματα των παιδιών που δημιουργούνται στα παραμελημένα από την πολιτεία μουσικά σχολεία, παίζουν πολύ όμορφα με τη συμβολή της παιδικής καθαρότητας με την οποία προσεγγίζουν τα σπουδαία τραγούδια των πατεράδων και των παππούδων τους. Συχνά, οι δεύτερες εκτελέσεις αυτών των νέων, σχολικής ή μετασχολικής ηλικίας, με συγκινούν πολύ περισσότερο από τις εκτελέσεις που κάνουν οι επαγγελματίες τραγουδιστές.
Επίσης, είναι πολύ σημαντικό ότι ο τόπος βγάζει ακόμα καλλιτέχνες παλαιού τύπου, αλλά με σύγχρονες προδιαγραφές , που συνδυάζουν αρμονικά το παλιό, το ορίτζιναλ, με το νέο. Κυρίως από περιοχές, σε βουνά, κάμπους και θάλασσες, που διατήρησαν τα φυσικά και πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά. Σαν παράδειγμα, αναφέρω τον Νίκο Οικονομίδη, από τη Σχοινούσα. Ένα σπουδαίο καλλιτέχνη που χρησιμοποιεί όλη τη νέα τεχνολογία χωρίς ποτέ να απομακρύνεται από τις Κυκλάδες, από το χώμα και τους αέρηδες, από την αρμύρα και τους ανθρώπους της. Πουό,τιαισθάνεται ότι χάνεται, το διασώζει με επί τόπου έρευνα, καταγραφή και μελέτη, όλης της μουσικής παράδοσης στο Αιγαίο. Γι’ αυτό παίζει τα παραδοσιακά με το τοπικό ύφος τους, αλλά και συνθέτει καινούργια τραγούδια, πολύ φρέσκα, από τα οποία δεν λείπει το άρωμα της γνησιότητάς τους. Ο Νίκος Οικονομίδης, δημοφιλής πολύ πέρα από το Αιγαίο, από το Μπραχάμι και το Περιστέρι ως στη Νέα Υόρκη, αποτελεί ένα καλό παράδειγμα, μια απόδειξη για το τι μπορεί ακόμα να γίνει, για να έχουμε το καινούργιο χωρίς να καταστρέφουμε το παλιό, σε άριστη ποιότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσθέστε τα σχόλια σας:

Σκοπός του μπλογκ αυτού είναι: Nα συγκεντρώσει τον προβληματισμό και τις προτάσεις για τη χάραξη μιας νέας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.


Έχουμε οδηγηθεί σε έναν πλήρη εκτροχιασμό από την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου, και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω", οπότε, ακόμη και αν ξαφνικά "βρέξει χρήματα", δεν θα επωφεληθούν παρά οι παρασιτικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση δεν θα ξεπεραστεί, εάν η χώρα δεν ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, την δημιουργική ψυχή - στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, αν δηλαδή δεν ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τα αδιέξοδα και να ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία¹.
"Δεν θα χαράξουμε όμως τέτοια στρατηγική χωρίς βαθιά συνείδηση, με γνώμονα πάντοτε τους καιρούς που ζούμε:
Πρώτον, του τι μας συμβαίνει, του βαθύτερου δηλαδή χαρακτήρα της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μας υπόσταση και στη συνολική συνακόλουθα μοίρα του Ελληνισμού.
Δεύτερον, του γιατί μας συμβαίνει, του πώς δηλαδή οι «χρυσοφόρες» δεκαετίες της μεταπολιτευτικής… χαύνωσης {των πολλών ευρωπαϊκών «πακέτων», της «Αλλαγής», του «εκσυγχρονισμού» και «της ισχυρής Ελλάδας»} μας οδήγησαν, ...στη μετανεωτερική υποτέλειά μας εντός της …Ευρωπαϊκής Ένωσης (με καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ισοτιμίας και ανεξαρτησίας στο πλαίσιό της!).
Τρίτον, τέλος, του πώς θα βγούμε από τα πνιγηρά αδιέξοδά μας και θα μπούμε στη δύσκολη τροχιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας, με πλήρη επίγνωση των απαιτούμενων σε βάθος χρόνου μεγάλων θυσιών από τον (καλά ενημερωμένο!) λαό μας."²