Ασύμμετρη απειλή κατά της κατοικίας, του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου

Πηγή: Εφημερίδα Συντακτών


Ξυλογραφία του Constant le Breton από εικονογράφηση βιβλίου του Εντγκαρ Αλαν Πόε «Η πτώση του οίκου των Ασερ»
Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται χωμένη βαθιά στον πάτο ενός πηγαδιού. Η επίσημη (δηλαδή η κυβερνητική: τοπική και ευρωπαϊκή) εκδοχή είναι ότι αυτό συμβαίνει επειδή χάσαμε έναν πόλεμο. Αλλά αυτή η εκδοχή είναι έωλη. Πώς μπορεί να έχεις χάσει έναν πόλεμο για τον οποίο δεν γνώριζες ότι είχες εμπλακεί και πληροφορείσαι γι’ αυτόν κατόπιν εορτής;
Το χειρότερο είναι ότι ο πόλεμος αυτός δεν έχει λήξει, καθώς ο βομβαρδισμός σε βάρος μας συνεχίζεται μονομερώς με αυξανόμενη ένταση. Ζούμε μια προϊούσα ανθρωπιστική κρίση, ενώ παράλληλα καταστρέφονται οι παραγωγικές δυνάμεις της χώρας, όπως και το υπόβαθρό τους –τωρινό και μελλοντικό– με απαξίωση του ανθρώπινου δυναμικού τους, αλλά και των Πανεπιστημίων, που μέσα σε ένα κλίμα κατασυκοφάντησής τους επιδιώκεται να εξισωθούν με ΙΕΚ, αλλοτριώνονται οι πόροι και αφανίζονται κάθε είδους αποθέματα που συνιστούν προϋπόθεση για την ενδογενή ανάπτυξη.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό πρέπει να τελειώσει. Ομως, καμία δράση δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική προς αυτή την κατεύθυνση αν δεν δουλέψουμε ώστε να συγκροτηθεί ένα συνολικό όραμα που θα εμπνεύσει και θα κινητοποιήσει τη μεγάλη πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας. Για να υπάρξει η πιθανότητα να συμβεί αυτό, πρέπει –εκτός των άλλων διαδικασιών– να αρχίσουμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Η «ομίχλη του πολέμου» –κρίσιμο στοιχείο για την επίτευξη της νίκης, κατά τον μεγάλο στρατηγιστή Φον Κλάουζεβιτς– λειτουργεί αυτή τη στιγμή μόνο σε βάρος μας. Στο πλαίσιο αυτού του άρθρου η κατοικία προσφέρεται από πολλές απόψεις (κοινωνικές, παραγωγικές, αποθεματικές) ως πεδίο ανάλυσης της κατάστασης, πολύ περισσότερο που πρακτικά όλοι οι κάτοικοι της χώρας έχουν σχέση μ’ αυτό (ως ιδιοκτήτες, παραγωγοί, χρήστες, κ.λπ.), οπότε είναι ευκολότερο να συνεννοηθούμε έτσι παρά χρησιμοποιώντας θολές έννοιες (όπως π.χ. «ανάπτυξη») εν κενώ.
Να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους
Τους τελευταίους μήνες ο καινούργιος εφιάλτης του συνόλου σχεδόν της ελληνικής κοινωνία ακούει στο όνομα ΕΝΦΙΑ – που δεν είναι παρά η κορύφωση της άγριας φορολόγησης των ακινήτων. Βεβαίως, μέσα σε ένα κλίμα απόγνωσης και παραίτησης που κυριαρχεί, η δημόσια συζήτηση εστιάστηκε σε δευτερεύοντα ζητήματα: στα «λάθη» που έγιναν στους υπολογισμούς, στην αναγκαιότητα η εξόφληση να γίνει σε περισσότερες δόσεις, στο αν είναι «δίκαιος» ή όχι σε σχέση με το πώς αφορά μικρές ή μεγάλες περιουσίες, κ.λπ.
Τα ζητήματα αυτά ασφαλώς έχουν τη βαρύτητά τους, αλλά η έμφαση σ’ αυτά αποσιωπά την καταστρεπτική φύση τέτοιου είδους νόμων, οι οποίοι πλήττουν καίρια και ανεπανόρθωτα την κατοικία ως πυλώνα της κοινωνικής ασφάλειας, ως επενδυτικού αποθέματος των κατοίκων αυτής της χώρας, αλλά και ως βάση της ενδογενούς παραγωγικής δραστηριότητας. Να πούμε λοιπόν τα πράγματα με το όνομά τους. Συγκεκριμένα και ενδεικτικά:
Πρέπει να σταματήσουμε τον λεκτικό εξωραϊσμό των χαρατσιών, που ψευδεπίγραφα αποκαλούνται «φορολογία». Δεν πρόκειται για φορολόγηση επί των κερδών μιας δραστηριότητας, αλλά για χαράτσι επί των ακίνητων αποθεμάτων των πολιτών. Η συνέπεια είναι προφανής: με τον αφανισμό των αποθεμάτων καθίσταται αδύνατη η ενδογενής παραγωγική ανασυγκρότηση.
Σε κοινωνικό επίπεδο, είναι μαθηματικά βέβαιο πως με την εφαρμογή τέτοιου είδους χαρατσιών σε πολύ λίγα χρόνια τεράστιο ποσοστό του πληθυσμού θα αποξενωθεί από την ακίνητη περιουσία και βεβαίως από την κατοικία του. Πρόκειται για εξέλιξη που προκαλεί δέος και είναι πρωτόγνωρη για την ιστορία του ελληνικού κράτους από την εποχή της ανεξαρτησίας του μέχρι τώρα. Εχει μάλιστα ενδιαφέρον, από την άποψη μιας διαστροφής τύπου Οργουελ, ότι οι κάθε είδους απολογητές των δυνάμεων καταστροφής αναφέρονται στο υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα όχι ως κατόρθωμα ή ως σοβαρό αμυντικό πλεονέκτημα έναντι της εξαχρείωσης μπροστά στην κρίση, αλλά ως περίπου προπατορικό αμάρτημα που πρέπει να καθαρθεί ώστε να προσομοιάσουμε στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες!
Τέτοιου είδους θεωρήσεις συνδέονται και με άλλες πιο «μαλακές», του τύπου ότι «δεν πρέπει να διαμαρτυρόμαστε, αφού σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες προβλέπεται φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας». Μια τέτοια προσέγγιση είναι εξ ολοκλήρου παραπλανητική. Η οικονομική δομή κάθε κράτους έχει κρίσιμες ιδιομορφίες που δεν επιτρέπουν γενικεύσεις. Εξάλλου, όπου υπάρχει τέτοια φορολόγηση αυτή υφίσταται σε εποχές «κανονικότητας» και είναι ανταποδοτική για τους πολίτες που την υφίστανται. Το κύριο στοιχείο όμως που αποσιωπάται είναι ότι η ιδιοκτησία γης και ακινήτων είναι η «ιερή αγελάδα» της Ευρώπης, από τα ελάχιστα πεδία για τα οποία δεν υπάρχει κοινή ευρωπαϊκή νομοθεσία. Δεν χρειάζεται να έχει κανείς ειδικές γνώσεις για να το αντιληφθεί. Αρκεί να συγκρίνει τα συστήματα π.χ. της Βρετανίας και της Ιταλίας για να διαπιστώσει ότι οι διαφορές είναι τεράστιες.
Τέλος, από παραγωγική άποψη, η «οικοδομή» έχει λειτουργήσει ως η κατεξοχήν «εθνική βιομηχανία» από το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου και μετά, όπως για άλλες χώρες ήταν η αυτοκινητοβιομηχανία ή η παραγωγή όπλων. Τα προβλήματα που συνδέθηκαν με την ανάπτυξή της είναι υπαρκτά και αναγνωρισμένα (συνδέονται κυρίως με τη δυσλειτουργικότητα των πόλεων, ακόμα και με το κακορίζικο οικιστικών συνόλων που γερνάνε ανυπόφορα από αισθητική άποψη), αλλά συχνά κριτικές του χτισμένου περιβάλλοντος της Ελλάδας είναι μη ισορροπημένες ή απλά μη ενημερωμένες, ιδιαίτερα όταν αυτό συγκρίνεται με ένα νεφελώδες «ευρωπαϊκό», αγνοώντας τη θλιβερή υποβάθμιση μεγάλων περιοχών αλλά και κτιρίων ευρωπαϊκών πόλεων, οι οποίες ασφαλώς δεν αποτελούνται μόνο από το ιστορικό ή το τουριστικό τους κέντρο.
Ηρθε η ώρα να ασχοληθούμε σοβαρά με τη διάσωσή μας, αφαιρώντας τις «δαγκάνες» που ακινητοποιούν τις ρόδες της οικονομίας. Πρώτα απ’ όλα βάζοντας μια κόκκινη γραμμή: κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, αλλά και κάθε είδους νομοθεσίας που φορτώνει με χαράτσια τα ακίνητα. Παράλληλα, δίνοντας έμφαση στην παραγωγή αντί της «ανάπτυξης», καθώς η έννοια της «ανάπτυξης» μπορεί εύκολα να παραπλανήσει με κατασκευή ουρανοξυστών ή εργοστασίων υπέρ αλλότριων συμφερόντων και χωρίς προστιθέμενη αξία για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας. Οφείλουμε να εργαστούμε για την ανάδειξη, τη διατήρηση και διεύρυνση των πολλών και πολλαπλά δυσφημισμένων δεξιοτήτων που συνδέονται με την ελληνική παραγωγή. Και όλα αυτά να συνδεθούν με τη συγκρότηση ενός συνολικού νέου παραγωγικού μοντέλου της χώρας στην εξαιρετικά ρευστή νέα εποχή. Ωρα να αγκαλιάσουμε την ουσία της πολιτικής.
* Πολιτικός μηχανικός και συγγραφέας. Τα βιβλία του «Εξοδος», «Σου έχει μείνει καθόλου περιουσία;» και «Η γη τρέμει!» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια».

3 σχόλια:

  1. “Ακατοίκητο ένα στα τρία ελληνικά σπίτια σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ
    ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 02/09/2014 19:55 |

    Σχεδόν ένα στα τρία σπίτια στην Ελλάδα είναι μη κατοικούμενο με βάση τα στοιχεία από την απογραφή Πληθυσμού – Κατοικιών το 2011 που πραγματοποίησε η Ελληνική Στατιστική Αρχή.

    Ειδικότερα, σε 6.384.353 κατοικίες ανήλθε ο αριθμός των κατοικιών στη χώρα το 2011, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της απογραφής πληθυσμού- κατοικιών, που έγινε τότε από την ΕΛΣΤΑΤ. Από το σύνολο αυτό, οι 6.371.901 είναι κανονικές κατοικίες (ποσοστό 99,8%) και οι 12.452 είναι μη κανονικές κατοικίες (ποσοστό 0,2%).

    Εντυπωσιακό είναι το γεγονός, ότι από τις κανονικές κατοικίες, οι 4.122.088 ή το 64,7% είναι κατοικούμενες και οι 2.249.813 κατοικίες ή το 35,3% είναι κενές (λόγω και της κρίσης που είχε ήδη πλήξει την ελληνική οικονομία).

    Στις κενές κατοικίες, οι 729.964 (το 11,5% του συνόλου των κανονικών) είναι κενές εξοχικές, οι 621.881 (το 9,8%) είναι δευτερεύουσες, οι 453.901 (το 7,1%) διατίθενται προς ενοικίαση, οι 355.071 (το 5,6%) είναι κενές για άλλο λόγο και οι 88.996 κατοικίες (το 1,4%) διατίθενται προς πώληση.

    Οι τρεις πρώτες περιφέρειες της χώρας με τις περισσότερες σε αριθμό κενές κατοικίες, είναι η Αττική (609.058), η Κεντρική Μακεδονία (360.990) και η Πελοπόννησος (198.386).

    Από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υψηλά ποσοστά κενών κατοικιών εμφανίζουν, επίσης, η Πορτογαλία (31,9%), η Μάλτα (31,8%), η Βουλγαρία (31,4%) και η Κύπρος (31,1%). Στον αντίποδα, χαμηλά ποσοστά κενών κατοικιών εμφανίζουν η Πολωνία (2,5%), το Ηνωμένο Βασίλειο (3,6%) και το Λουξεμβούργο (7,2%).

    Σύμφωνα, επίσης, με τα αποτελέσματα της απογραφής, το μεγαλύτερο ποσοστό των κανονικών κατοικιών (22,6%), κατασκευάστηκαν την περίοδο 1971- 1980. Μεταξύ 2001 και 2011, κατασκευάστηκαν 986.843 κατοικίες, ενώ 163.759 κατοικίες κατασκευάστηκαν προ του 1919 (από τις τελευταίες, κατοικούνταν οι 74.905 και ήταν προς ενοικίαση οι 4.623 κατοικίες).

    Παράλληλα, ποσοστό 44,7% του συνόλου των κανονικών κατοικιών βρίσκεται σε πολυκατοικίες, με τη συντριπτική πλειονότητά τους (96,1%) να είναι σε αστικά κέντρα.

    Το μεγαλύτερο ποσοστό (73,2%) των κατοικούμενων κανονικών κατοικιών είναι ιδιοκατοικούμενες, ακολουθούμενο από ποσοστό 21,7% που είναι ενοικιαζόμενες, ενώ το υπόλοιπο 5,1% συγκαταλέγεται σε άλλο τύπο κυριότητας, συμπεριλαμβανομένης της συνεταιριστικής ιδιοκτησίας.

    Από τις κανονικές κατοικίες, οι 1.573.911 είναι από 60- 79 τ.μ., οι 1.494.508 είναι επιφάνειας 80- 99 τ.μ. και οι 883.583 είναι επιφάνειας 100- 119 τ.μ.

    Από τα στοιχεία που αφορούν στην επιφάνεια (m2) των κατοικούμενων κανονικών κατοικιών του συνόλου της χώρας και των ατόμων που κατοικούν σε αυτές, προκύπτει ότι κατά μέσο όρο αντιστοιχούν 34,6 τετραγωνικά μέτρα ανά κάτοικο.

    Παράλληλα, από τη μελέτη των σχετικών στοιχείων, προκύπτει ότι ο μέσος αριθμός δωματίων ανά κατοικία είναι τα 3 δωμάτια.

    Τέλος, το μεγαλύτερο ποσοστό (99,9%) των κατοικούμενων κατοικιών διαθέτει λουτρό, το 97,4% υδροδοτείται από δημόσιο δίκτυο και το 77,5% έχει κεντρική θέρμανση
    ΕΛΣΤΑΤ”

    http://www.tanea.gr/news/economy/article/5155092/elstat-keno-sxedon-ena-sta-tria-spitia-sth-xwras-mas-to-2011/

    Αφωτιστος Φιλελλην

    ΥΓ Επειδη περι το 1910-1930 η μεση αγροτικη οικογενεια ειχε 5 παιδια σε 70 τ.μ. , δηλ. 10 τ.μ. /κατοικο ειπαμε να το υπερτριπλασιασουμε (κατά μέσο όρο αντιστοιχούν 34,6 τετραγωνικά μέτρα ανά κάτοικο. ) !!!

    Κατα τα αλλα, απο ακατοικητα σπιτια παμε καλα (2.249.813 κατοικίες), δηλ. ανετα φιλοξενουμε αλλα 6 εκατομμυρια κατα προτιμηση συνταξιουχους βορειοευρωπαιους.

    Απάντηση

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ... Ηρθε η ώρα να ασχοληθούμε σοβαρά με τη διάσωσή μας, αφαιρώντας τις «δαγκάνες» που ακινητοποιούν τις ρόδες της οικονομίας. Πρώτα απ’ όλα βάζοντας μια κόκκινη γραμμή: κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, αλλά και κάθε είδους νομοθεσίας που φορτώνει με χαράτσια τα ακίνητα.
    Παράλληλα, δίνοντας έμφαση στην παραγωγή ..........

    Οφείλουμε να εργαστούμε για την ανάδειξη, τη διατήρηση και διεύρυνση των πολλών και πολλαπλά δυσφημισμένων δεξιοτήτων που συνδέονται με την ελληνική παραγωγή. Και όλα αυτά να συνδεθούν με τη συγκρότηση ενός συνολικού νέου παραγωγικού μοντέλου της χώρας στην εξαιρετικά ρευστή νέα εποχή. Ωρα να αγκαλιάσουμε την ουσία της πολιτικής."

    Και ο ΑΦ Μελτητης Μηχανικος ειναι, αλλα δεν επιμενει στο να κτισουμε, να κτισουμε και αλλο αν δεν υπαρχει πολυ καλα μελετημενο σχεδιο και πραγματικες αναγκες, εφοσον υπαρχουν 2,2 εκατ. ακατοικητες κατοικιες, οι οποιες παραμενουν αναξιοποιητες.

    Μπορει να εξεταστει η βαθμιαια υλοποιηση της παγιας θεσης των μηχανικων για σεισμικο ελεγχο, ενισχυση στατικου φορεα και αναβαθμιση (αισθητικη, ενεργειακη, εγκαταστασεων..)`του αξιολογου κτιριακου αποθεματος (διατηρητεα και αυτα με σημαντικο υπολειπομενο χρονο ζωης) με προεραιοτητα αναλογως με την σεισμικοτητα της καθε περιοχης και την σπουδαιοτητα του κτιριου (δημοσια κτιρια, συγκεντρωσης κοινου,..) .

    Οι μηχανικοι-παγκοσμιως ασχολουνται κυριως στην βιομηχανια και εν γενει με την παραγωγη και οχι με την οικοδομη και τα εργα υποδομης. Στην χωρα μας εχουμε 110.000 μηχανικους μελη του ΤΕΕ και 30.000 ενεργους Τεχνολογους Μηχανικους.Φετος εισηχθησαν 5200 φοιτητες στις πολυτεχνικες μας σχολες. Ο υπερκορεσμος σε μηχανικους σε συνδυασμο την ελλειψη εξωστρεφειας των μελετητικων και τεχνικων εταιρειων εχει -προ δεκαετιας- διαπιστωθει και εμπρακτως.

    Δεν μπορω να κατανοησω πως οι "δαγκανες που ακινητοποιούν τις ρόδες της οικονομίας" ειναι το ΕΝΦΙΑ υψους 1.4% του ΑΕΠ φετος και 1% το 2015 .και οχι τα 55-60 δις της παραοικονομιας (με πανω απο 10 δις διαφυγεντες αμεσους φορους) , τα διαφυγεντα ποσα διαφορων λιστων σε τραπεζες εξωτερικου ( με προσφατο το 1, 5 δις απο 5500 Δημοσιους Υπαλληλους), η ελλειψη ρευστοτητας στην αγορα και -κυριως- η επι δεκαετια μειωση του Προγραμματος Δημοσιων Επενδυσεων και η μεγαλη δυσκολια/αδυναμια χρηματοδοτησης απο τις ελληνικες τραπεζες των βιωσιμων, παραγωγικων, εξαγωγικων επιχειρησεων συμπεριλαμβανομενων των καινοτομων επιχειρησεων.

    Αφωτιστος Φιλελλην

    Μελετητης Μηχανικος και ερασιτεχνης διαδικτυακος σχολιαστης και συγγραφεας

    ΥΓ Αυτες οι αποψεις "συναισθηματικης παλινδρομησης" -"τεχνικου λουδιτισμου "μας φερνουν πισω την μακρα εποχη της επιπλαστης ευμαρειας με συνεχη δανεισμο μετα το 1981, της βαθμιαας αποβιομηχανοποιησης και της μεγαλης αυξησης του εσωστρεφους τομεα των κατασκευων, μετα την μεταπολιτευση, επι προεδριας Κουλουμπη,Δεσυλλα και Λιασκα (δηλ. 1974-2002)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Είναι ο ΕΝΦΙΑ δίκαιος ή άδικος φόρος;

    Κωνσταντίνος Σοφούλης, 12/11/2014

    "...Ως είδος φόρου, ο ΕΝΦΙΑ, ως φόρος επί της ακίνητης περιουσίας, είναι ένα δίκαιος φόρος. Η ακίνητη περιουσία είναι αδιάψευστος δείκτης συσσώρευσης πλούτου και ως εκ τούτου η Πολιτεία δικαιούνται να απαιτήσει την συμμετοχή των ιδιοκτητών στις δαπάνες της έστω και μόνο επειδή εγγυάται και προστατεύει την ιδιοκτησία. Ιδίως στις δαπάνες της τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως γίνεται διεθνώς. Ο φόρος αυτός είναι άσχετος από την φορολογία επί των εισοδημάτων που προκύπτουν από την εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας. Τα εισοδήματα διακυμαίνονται ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς, αλλά το απόθεμα κεφαλαίου παραμένει ως τέτοιο για να μετράει την συσσώρευση πλούτου από το παρελθόν. Τη θέση αυτή υποστηρίζουν οι θεωρητικοί της οικονομικής από τότε που εμφανίστηκαν ως εκβλάστημα της πολιτικής φιλοσοφίας. Σε ένα «σωστό» φορολογικό σύστημα τα εισοδήματα από ενοίκια θα έπρεπε να φορολογούνται ως επιχειρηματικά κέρδη μετά την αφαίρεση των δαπανών συντήρησης και απόσβεσης του ακινήτου. Αυτός ο φόρος δεν έχει καμία σχέση με τον φόρο επί του συσσωρευμένου κεφαλαίου. Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει εδώ και τώρα και γιαυτό ακούμε όλες αυτές τις παραξενιές για το αν πρέπει φορολογούνται τα κενά ακίνητα ή όχι κ.ο.κ. Μπλέκονται διαφορετικοί φόροι με διαφορετικούς σκοπούς και χάνεται η λογική της φορολογικής δικαιοσύνης. Η συζήτηση για την φορολογική δικαιοσύνη μεταφέρεται πλέον στον θολό χώρο του λαϊκισμού.

    Με λίγα λόγια, η ιδιότητα του ΕΝΦΙΑ ως δίκαιου φόρου, βασίζεται στην προϋπόθεση ότι η ακίνητη περιουσία αντικατοπτρίζει συσσωρευμένο πλούτο και όχι απλώς «αφορμή» για εύκολη άντληση δημοσίων εσόδων.

    Το επόμενο ερώτημα που έρχεται αυθόρμητα στο νου είναι «τι πλούτο πράγματι αντιπροσωπεύει το ακίνητο στην Ελλάδα». Για να γίνει αντιληπτό τι ακριβώς σημαίνει το ερώτημα που αφορά στο «είδος» πλούτου ας σκεφτούμε λ.χ. ότι η συσσώρευση ασφαλίστρων είναι κι αυτή είδος συσσωρευμένου πλούτου για τον ασφαλισμένο. Άραγε με τον ίδιο τρόπο δικαιούμαστε να χειριστούμε φορολογικά αυτό το είδος με ένα άλλο είδος όπως για παράδειγμα η επένδυση σε χρυσό; ..........

    Μια φορολόγηση του έγγειου κεφαλαίου με την παραπάνω μορφή θα ήταν και δίκαιη, αλλά και αναπτυξιακά σκόπιμη. Διότι, μεταξύ άλλων, θα επιβάρυνε την ιδιοκτησία με κόστος διακράτησης και θα έκανε έτσι τους ιδιοκτήτες της να «παίζουν» κατ’ ανάγκη στην αγορά με τους κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης, αντί να κερδοσκοπούν με την αδάπανη διακράτιση μέχρι να πετύχουν τιμές των ονείρων τους, όπως γινόταν πριν την κρίση (ιδιότυπη ολιγοπωλιακή εκτροπή). Μια τέτοια λειτουργία της κτηματαγοράς θα ελαχιστοποιούσε σιγά-σιγά το αδρανές κεφάλαιο και θα εξαφάνιζε το χρόνιο φαινόμενο της πλεονάζουσας προσφοράς χωρίς μείωση των τιμών, που παρατηρείται στην οικονομία μας περίπου ως πάγιο χαρακτηριστικό. Η τελική κατάληξη θα ήταν η ενίσχυση της ιδιότητας του φόρου αυτού ως δικαίου και οικονομικά σκόπιμου (αναπτυξιακού, για να τηρήσουμε την ορολογία της εποχής).

    Θα μπορούσε να πει κανείς πολλά περισσότερα γύρω από το τελευταίο αυτό ζήτημα που δίνει αφορμή για να σκεφτούμε, μεταξύ άλλων, σοβαρά και το οικιστικό πρόβλημα της χώρας που ανοήτως το ξεχνάμε παρόλο που αυτό αντικατοπτρίζει την χαμηλή ποιότητα ζωής στα αστικά κέντρα και τις περιαστικές ζώνες. Η δημοσιονομική μεταχείριση της αστικής έγγειας ιδιοκτησίας αποτελεί σε όλον τον πολιτισμένο κόσμο εξαιρετικά αποτελεσματικό εργαλείο για την ενάσκηση πολεοδομικής πολιτικής, κάτι που το έχουμε ξεχάσει σε αυτή τη χώρα των απίθανων αυτοσχεδιασμών. Ίσως δοθεί αφορμή άλλη φορά για να θίξουμε αυτή την συνέχεια του ζητήματος. Να κρατήσουμε κατά νου, ότι το σημερινό χάλι των αστικών κέντρων μας, αλλά και της περιαστικής ζώνης των αυθαιρέτων ή των ειδικών όρων δόμησης, οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στον στρεβλό δημοσιονομικό χειρισμό της αστικής και περιαστικής έγγειας ιδιοκτησίας."

    http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=36853

    Αφωτιστος Φιλελλην

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Προσθέστε τα σχόλια σας:

Σκοπός του μπλογκ αυτού είναι: Nα συγκεντρώσει τον προβληματισμό και τις προτάσεις για τη χάραξη μιας νέας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.


Έχουμε οδηγηθεί σε έναν πλήρη εκτροχιασμό από την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου, και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω", οπότε, ακόμη και αν ξαφνικά "βρέξει χρήματα", δεν θα επωφεληθούν παρά οι παρασιτικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση δεν θα ξεπεραστεί, εάν η χώρα δεν ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, την δημιουργική ψυχή - στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, αν δηλαδή δεν ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τα αδιέξοδα και να ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία¹.
"Δεν θα χαράξουμε όμως τέτοια στρατηγική χωρίς βαθιά συνείδηση, με γνώμονα πάντοτε τους καιρούς που ζούμε:
Πρώτον, του τι μας συμβαίνει, του βαθύτερου δηλαδή χαρακτήρα της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μας υπόσταση και στη συνολική συνακόλουθα μοίρα του Ελληνισμού.
Δεύτερον, του γιατί μας συμβαίνει, του πώς δηλαδή οι «χρυσοφόρες» δεκαετίες της μεταπολιτευτικής… χαύνωσης {των πολλών ευρωπαϊκών «πακέτων», της «Αλλαγής», του «εκσυγχρονισμού» και «της ισχυρής Ελλάδας»} μας οδήγησαν, ...στη μετανεωτερική υποτέλειά μας εντός της …Ευρωπαϊκής Ένωσης (με καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ισοτιμίας και ανεξαρτησίας στο πλαίσιό της!).
Τρίτον, τέλος, του πώς θα βγούμε από τα πνιγηρά αδιέξοδά μας και θα μπούμε στη δύσκολη τροχιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας, με πλήρη επίγνωση των απαιτούμενων σε βάθος χρόνου μεγάλων θυσιών από τον (καλά ενημερωμένο!) λαό μας."²