Νίκος Σβορώνος: Ελληνισμός και Γέννηση της Ελληνικής Αστικής Τάξης.

Επιλεγμένα αποσπάσματα* από το βιβλίο του Νίκου Σβορώνου «Ανάλεκτα Νεοελληνικής Ιστορίας» εκδόσεις Θεμέλιο

Το ιδανικό είναι να φτάσουμε σ' ένα ελληνισμό, που δεν θα έχει ανάγκη ούτε να ταυτιστεί με μια μερίδα του πολιτισμένου κόσμου, για να διαλυθεί μέσα σε αυτήν την ταύτιση σαν μια μικρή επαρχία χωρίς αυτοτέλεια φωνής, ούτε να επιχειρεί να σβήσει τον άλλο κόσμο, κλείνοντας τα μάτια και μένοντας με την ψευδαίσθηση ότι καταφάσκει έτσι τον εαυτό του.[1]

Το κράτος ζούσε με εξωτερικό δανεισμό που είναι ο πιο σίγουρος τρόπος για τους ξένους να εξασκούν πίεση, αυτός ο δανεισμός ωστόσο, δεν εμπόδισε την χρεωκοπία. 

Οι ρίζες του ελληνικού λαού βρίσκονται στην αρχαιότητα, αλλά το ελληνικό έθνος, σαν σύγχρονη ιστορική οντότητα, γεννήθηκε κατά το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.[2] 


Ο χώρος που μελετάμε δεν εγνώρισε τον πολιτικό κατακερματισμό της φεουδαλικής Δύσης.  Έζησε πάντα κάτω απο τη συγκεντρωτική εξουσία του βυζαντινού κράτους και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, των οποίων η πολιτική, στρατιωτική, φορολογική και εκκλησιαστική υπαλληλία άπλωνε τα δίχτυα της ως την τελευταία αγροτική κοινότητα.
Οι ιδιαίτερες αυτές πολιτικές και οικονομικές συνθήκες έχουν σαν συνέπεια τις ιδιαίτερες κοινωνικές και πολιτισμικές δομές και σχέσεις. Οι επαφές ανάμεσα στον αγροτικό κόσμο και στον αστικό πληθυσμό των πόλεων είναι περισσότερο συχνές. Η πόλη, στην οποία εισβάλλει το χωριό, μετέχει κατά μεγάλο μέρος στη δημιουργία του λαϊκού πολιτισμού, που δεν έχει απόλυτα αγροτικό χαρακτήρα.[3] 
Η ανάπτυξη μιας μέσης τάξης εμπόρων και επιχειρηματιών που επωφελείται από την οικονομική δραστηριότητα των Ιταλών εμπόρων στα Βαλκάνια και στην Ανατολή, κι ένα μέρος της αριστοκρατίας της γης, δημιουργείται έτσι μια ανάμεικτη κοινωνική τάξη πλουσίων πολιτών που έρχεται σε αμεσότερη επαφή με τις πιο ανεπτυγμένες μορφές της οικονομίας των ιταλικών πόλεων, επηρεάζεται επίσης από τις πολιτικές τους ιδέες κι αρχίζει να προβάλλει, για πρώτη φορά με τέτοια ένταση, αξιώσεις συμμετοχής στην πολιτική ζωή και εν μέρει πετυχαίνει το σκοπό της.[4] 
Η μέση αυτή τάξη, με την υποστήριξη των βιοτεχνών και των λαϊκότερων κοινωνικών στοιχείων, εμφανίζει τέτοια πολιτική οργάνωση, ώστε μπορεί ν' αμφισβητεί με πραγματικές εξεγέρσεις την εξουσία από την αριστοκρατία της γης σε περιόδους πολιτικών κρίσεων.

Η ανάμεικτη αυτή τάξη, που βρίσκεται σε οικονομικό ανταγωνισμό με τους ξένους, σε αντίθεση με την παραδοσιακή προνομιούχα αριστοκρατία της γης, γίνεται με τα λαϊκότερα κοινωνικά στρώματα, το κύριο κοινωνικό βάθρο για την ανάπτυξη της εθνικής ιδέας.[5] 

Ο λαός των περιοχών που αποτελούν τη βυζαντινή επικράτεια είναι στη συνείδηση της εποχής ο ελληνικός λαός, που η πολιτισμική και φυλετική του συνέχεια δεν τίθεται σε αμφισβήτηση. 

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ονομάζεται τώρα απο πολλούς Ελλάς. 

Ολόκληρη η πνευματική κίνηση και καλλιτεχνική παραγωγή του Βυζαντίου, στην τελευταία περίοδο της ιστορίας του, φανερώνει την ανασύνδεση των συγχρόνων με την ελληνική παράδοση. Ο ελληνικός χαρακτήρας εμφανίζεται καθαρότερα στην τέχνη που, πλουτισμένη με ζωντανά λαϊκά στοιχεία, δημιουργεί μορφές ελεύθερες που θυμίζουν ελληνικά και ελληνιστικά πρότυπα. Η λαϊκή γλώσσα αρχίζει να υψώνεται σε λογοτεχνική γλώσσα. 

Το στοιχείο πλέον που επικρατεί στη συνείδηση της εποχής είναι η ελληνικότητα των περιοχών που αποτελούν το σύνολο της βυζαντινής επικράτειας. Ο ελληνικός λαός συμπεριφέρεται πλέον σαν έθνος.[6]

Η τελειωτική κατάκτηση των Βαλκανίων από τους Τούρκους έδωσε στη χώρα πολιτική ενότητα. Οι πόλεμοι με την Αυστρία και τη Βενετία δεν ήταν τόσο συχνοί όσο τους προηγούμενους αιώνες. Η Βενετία ήδη σε παρακμή και έχοντας απομακρυνθεί απ' την Τουρκία κατά το πρώτο μισό του αιώνα, αντικαταστάθηκε απο τη Γαλλία, στη οποία η κυριαρχία της στη Μεσόγειο επέτρεπε μια οικονομική προσπάθεια πολύ πιο αποτελεσματική. Άλλωστε η παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον 18ο αιώνα διευκόλυνε την πολιτική και οικονομική διείσδυση της Γαλλίας στην Ανατολή και της επέτρεπε να αποσπά με τις διομολογήσεις όλο και περισσότερα προνόμια, που ευνοούσαν το εμπόριο της. Η Γαλλία άνοιξε έτσι το δρόμο στις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Τέλος, η ανάπτυξη του διά της ξηράς εμπορίου με την Αυστρία, έδωσε σ' αυτό το τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ιδιαίτερη σημασία. 

Η Αγγλική απειλή εναντίων των γαλλικών αποικιών της Αμερικής και των Ινδιών και το μετέπειτα χάσιμο των αποικιών αυτών, υποχρέωσε τη Γαλλία να συγκεντρώσει την προσοχή της στην Ανατολική Μεσόγειο, που παρουσίαζε από δω και μπρος γι' αυτήν ζωτικό ενδιαφέρον. Γιατί η Ανατολή ήταν κατά κάποιο τρόπο ένα είδος αποικίας για τη Γαλλία και μάλιστα η μόνη στην οποία διατηρούσε την υπέροχη της. 

Στο τέλος του 18ου αιώνα και στην αρχή του 19ου, με τη Γαλλική Επανάσταση και τους πολέμους του Ναπολέοντα, τον ηπειρωτικό αποκλεισμό και την ανατολική πολιτική της Γαλλίας, που μετέφεραν τους αγώνες των ευρωπαϊκών δυνάμεων- κυρίως τους αγώνες της Αγγλίας και της Γαλλίας - από τις αποικίες στην ίδια την Ευρώπη, η Μεσόγειος ξαναπαίρνει την παλαιά της σημασία. Έτσι, η δραστηριότητα των Ευρωπαίων συγκεντρώνεται γύρω απο το Αιγαίο, όπου βρίσκονταν οι μεγάλες σκάλες της Ανατολής, μ' άλλα λόγια σε μια περιοχή κατοικημένη από τους Έλληνες. Οι δύο πιο μεγάλες σκάλες της Ανατολής στο 18ο αιώνα υπήρξαν η Σμύρνη, η οικονομική πρωτεύουσα της Μικράς Ασίας, και η Θεσσαλονίκη, η οικονομική πρωτεύουσα της Ευρωπαϊκής Τουρκίας. Μάλιστα βλέπουμε ότι στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα η Θεσσαλονίκη ήταν για το γαλλικό εμπόριο η δεύτερη ή η τρίτη σκάλα της Ανατολής. Αν λάβουμε υπόψη μας ότι το εμπόριο των άλλων εθνών, και κυρίως το εμπόριο μέσω ξηράς με τη Ρωσία, την Αυστριακή Αυτοκρατορία και τη Γερμανία, ήταν στη Θεσσαλονίκη πολύ πιο ζωηρό από όλες τις άλλες σκάλες της Ανατολής και ξεπερνούσε, κυρίως μετά τη Γαλλική Επανάσταση, το εμπόριο των Γάλλων, θα καταλάβουμε την οικονομική σημασία της Θεσσαλονίκης στο εμπόριο της Ανατολής.

Η σημασία αυτή αυξήθηκε περισσότερο στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα, όταν εξαιτίας του ηπειρωτικού αποκλεισμού, η Θεσσαλονίκη έγινα το μόνο διαμετακομιστικό κέντρο από το οποίο οι Άγγλοι ασκούσαν το εμπόριο τους ε την Κεντρική Ευρώπη, τη Γερμανία και το Βοριά.
Με λίγα λόγια, η Θεσσαλονίκη, μπορεί να θεωρηθεί δικαίως σαν η εμπορική πρωτεύουσα όλων των Βαλκανίων.[7] 
Ως τα μέσα του 18ου αιώνα οι Έλληνες, δεν είναι ακόμα επικίνδυνοι αντίπαλοι των ξένων εμπόρων. Άλλωστε οι Έλληνες αυτοί εξαρτώνται απο τους ξένους οίκους. Μόνον από τα μέσα του 18ου αιώνα οι Έλληνες αρχίζουν να γίνονται ανεξάρτητοι από τα ξένα σπίτια, όπου ήταν ως τα τότε υπάλληλοι.. Οι παλιοί αυτοί υπάλληλοι, εκπαιδευμένοι απο τους Φράγκους, γίνονται μεγαλέμποροι που αναλαμβάνουν σημαντικές υποθέσεις στο εξωτερικό εμπόριο. Οι πόλεμοι μεταξύ Αγγλίας  και Γαλλίας, διευκόλυναν την οικονομική ανάπτυξή τους.

Η ελευθερία του εμπορίου που η Γαλλία αναγκάστηκε να παραχωρήσει στους ξένους κατά την διάρκεια των πολέμων αυτών και κυρίως με το διάταγμα του 1781, επέτρεψαν στους Έλληνες, Ιταλούς και ραγουζαίους, να συμμετάσχουν πιο ενεργά στο εξωτερικό εμπόριο. Η χρησιμοποίηση, απο τους Άγγλους, τους Βενετούς και τους Ρώσους των Ελλήνων κουρσάρων, συνετέλεσε στην ανάπτυξη του ελληνικού εμπορικού στόλου.

Η Γαλλική Επανάσταση και οι πόλεμοι που ακολούθησαν τότε ένα μεγάλο μέρος του γαλλικού εμπορίου πέρασε στα χέρια των Ελλήνων.[8] 
Οι Έλληνες, το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα, έχουν στα χέρια τους έξω από το εσωτερικό εμπόριο περισσότερο από το μισό του εξωτερικού εμπορίου. Ύστερα από τη Γαλλική Επανάσταση, η αναλογία αυξάνει ακόμα και μπορούμε να ισχυριστούμε σχεδόν με βεβαιότητα ότι οι Έλληνες είχαν στα χέρια τους περισσότερα από τα τρία τέταρτα του εμπορίου της Ανατολής. [9] 

Μια σειρά σχεδόν συνεχής από νησίδες ελληνικές, περιτριγυρισμένες από αυτόχθονες πληθυσμούς ξεκινούσε από τη βόρεια Ελλάδα, τη Μακεδονία, τη Θράκη, την Ήπειρο και επεκτείνονταν ως το Δούναβη, στην Ουγγαρία και στις βαλκανικές όχθες της Μαύρης Θάλασσας.

Αυτοί οι Έλληνες εγκατεστημένοι στις πόλεις, εμπορικά κέντρα, αποτελούσαν κατά κάποιο τρόπο την αστική τάξη των Βαλκανίων. Έχοντας στα χέρια τους το εσωτερικό εμπόριο όλων αυτών των χωρών, παρέσυραν στην οικονομική τους ανάπτυξη τους βαλκανικούς λαούς και συνετέλεσαν στο σχηματισμό μιας αυτόχθονης εμπορικής τάξης, που στην αρχή εξαρτιόταν απο τους Έλληνες, αλλά που σιγά σιγά έγινε ανεξάρτητη και παρουσιάστηκε σαν φορέας μιας ολοένα και περισσότερο καθαρής εθνικής συνείδησης.

Η συνείδηση αυτή, με τη σειρά της ενίσχυε κι έκανε συνειδητές τις προσπάθειες που έκαναν αυτοί οι λαοί για να αποσείσουν τον οθωμανικό ζυγό, ενώ πριν, όπως συνέβει και με τους ίδιους τους Έλληνες, οι προσπάθειες αυτές προκαλούνταν απ' τις ξένες επεμβάσεις. 

Μ' άλλα λόγια, οι Έλληνες έπαιξαν στις βαλκανικές χώρες τον ίδιο ρόλο που οι δυτικοευρωπαίοι έμποροι, οι εγκατεστημένοι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, είχαν παίξει γι' αυτούς τους ίδιους: εκπαιδευμένοι από τους «Φράγκους», εκπαίδευσαν με η σειρά τους βαλκανικούς λαούς, επωφελούμενοι από τα πλούτη των χωρών αυτών.[10] 

Το κίνημα των ιδεών που έρχονταν απο την Ευρώπη και ιδιαίτερα απο τη Γαλλία, που περνούσε την εποχή του Διαφωτισμού, έβρισκαν στην παράδοση του ελληνικού λαού τον καταλύτη που διευκόλυνε την αφομοίωσή τους. Έτσι οι Έλληνες, στοιχείο διαβαλκανικό, έγιναν οι ενδιάμεσοι του εξευρωπαϊσμού των βαλκανικών λαών.

Οι Έλληνες ασκώντας το διαβαλκανικό τους εμπόριο, με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη, δημιουργούσαν την οικονομική ενότητα των Βαλκανίων. Αυτή η οικονομική ενότητα, που τη διευκόλυνε και την ενίσχυε συγχρόνως ο βυζαντινός πολιτισμός που η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε διατηρήσει και διασώσει, μέσα στον οποίο ζούσαν μέχρι τότε οι βαλκανικοί λαοί, κι ακόμα η κοινή τους μοίρα κάτω απο τον οθωμανικό ζυγό, ανάπτυξαν παράλληλα με την εθνική συνείδηση του κάθε βαλκανικού λαού χωριστά, μια κοινή συνείδηση που μπορεί να ονομαστή βαλκανική. 
Η κοινή αυτή συνείδηση αναπτύσσεται χωρίς εμπόδια ως το τέλος του 18ου αιώνα. Τότε μόνο, και ιδιαίτερα στο 19ο αιώνα, εμφανίζεται μια καθαρά εθνική διαφοροποίηση ανάμεσα στους βαλκανικούς λαούς και οι εθνικές αντιθέσεις έσβησαν σιγά σιγά την κοινή συνείδηση που είχε αναπτυχθεί στους προηγούμενους αιώνες. Η εξωτερική πολιτική των μεγάλων αντιπάλων δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας, Ρωσίας, Γερμανίας), που στις προσπάθειές τους να βρουν μια λύσει σύμφωνα με τα συμφέροντά τους στο ανατολικό ζήτημα έπαιζαν με τους πόθους για ελευθερία των βαλκανικών λαών, συνετέλεσε σ' ένα μεγάλο μέρος σ' αυτήν την διαφοροποίηση.[11]

Η πρώτη συνέπεια της οικονομικής ανάπτυξης των Ελλήνων υπήρξε η δημιουργία μιας εμπορικής τάξης που γινόταν πιο πλούσια και πιο σημαντική. 

Η ελευθερία της ανάπτυξης αυτής της τάξης σκόνταφτε στην τουρκική κατοχή με την οπισθοδρομική της οργάνωση και την οικονομία της τη βασισμένη σε προνόμια.

Ήταν πολύ δύσκολο σ' αυτή την τάξη να επενδύσει στην ντόπια οικονομία τα κεφάλαια που είχε συγκεντρώσει, όπως γινόταν στην ελεύθερη Ευρώπη.

Οι απόπειρες που έγιναν σ' αυτήν την κατεύθυνση απέτυχαν. Μια απο τις αιτίες της παρακμής της πιο σημαντικής ελληνικής βιοτεχνίας, των Αμπελακίων, υπήρξε η «ζηλοτυπία» του Αλή-Πασά των Ιωαννίνων.
Η Μοσχόπολη, άλλο μεγάλο οικονομικό κέντρο, καταστράφηκε απο τους Αλβανούς. Ο «δεσποτισμός - γράφει ο Μπωζούρ (Felix Beaujour πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη 1818 και επιθεωρητής του εμπορίου)- κάνει τις περιουσίες πρόσκαιρες γιατί καταλήγει πάντοτε με το να τις κατακτά. Βάζει όρια στην οικονομική δραστηριότητα γιατί κανείς δεν φροντίζει να κερδίσει ότι μπορεί να χάσει. Εμποδίζει την κυκλοφορία του χρήματος, που αποθησαυρίζεται σε χέρια που ενδιαφέρονται να το κρύψουν.» 

Έτσι λοιπόν, η επένδυση των συγκεντρωμένων κεφαλαίων σε άλλες δραστηριότητες έξω απο τις εμπορικές, δεν ήταν δυνατή. Οι κίνδυνοι που διέτρεχαν απο τη «ζηλότυπη πλεονεξία» των Τούρκων πασάδων υποχρέωναν τους μεγαλεμπόρους να εγκαταλείψουν την Ελλάδα και να εγκαθίστανται στα μεγάλα οικονομικά κέντρα της Ευρώπης. Αλλά και στη ίδια την Ευρώπη καταλαβαίνει κανείς ότι οι δυνατότητες της ανάπτυξής τους ήταν επίσης περιορισμένες. Η βιομηχανία των χωρών όπου ήταν εγκαταστημένοι προστατευόταν απο τις κυβερνήσεις τους.

Το δικαίωμα του 20% που επιβάρυνε την ναυσιπλοΐα ως τη Γαλλική Επανάσταση, έπληττε κυρίως τους Έλληνες. 

Δεν έμενε λοιπόν άλλη διέξοδος στους Έλληνες παρά το εμπόριο του χρήματος. Γι' αυτό βλέπουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος των πλουσίων Ελλήνων του εξωτερικού γίνονται τραπεζίτες στη Βιέννη ή στο Τριέστι, όπου επηρεάζουν σημαντικά την αγορά των χωρών αυτών. Άλλωστε, το μεγάλο κέρδος, εύκολο και άμεσο, που αποκόμιζαν απο τους δανεισμούς, επειδή ο τόκος ήταν πολύ υψηλός στην Ανατολή και το εμπορικό ισοζύγιο ευνοϊκό για την Τουρκία, ήταν ένας λόγος παραπάνω για να σπρώξει τους Έλληνες προς τις τραπεζικές υποθέσεις.[12] 

Η αντίθεσή τους στο οικονομικό σύστημα των Τούρκων ενίσχυε την εθνική τους αντίθεση. Η θρησκευτική αντίθεση ή απλώς και μόνο η φυλετική αντίθεση, που πάντοτε υπήρχε, έπαιρνε τώρα μορφή και αποκτούσε συγκεκριμένο στόχο: την απελευθέρωση της Ελλάδας.

Είναι λοιπόν φυσικό ότι οι φιλελεύθερες ιδέες, και ιδιαίτερα η ιδέα της εθνικής ανεξαρτησίας που κατείχε η Ευρώπη ολόκληρη απ' τα τέλη του 18ου αιώνα και κυρίως ύστερα απο τη Γαλλική Επανάσταση, είχαν βαθύτερη απήχηση στους Έλληνες εμπόρους. 

Για όλους αυτούς τους λόγους, αυτή η αστική τάξη γινόταν ο φορέας της εθνικής ιδέας και οργάνωσε τη Φιλική Εταιρεία, τον αγώνα για την ανεξαρτησία της Ελλάδας.[13]

Τη δημιουργία μιας αστικής τάξης που οργανώνει τους κοινωνικούς και εθνικούς αγώνες με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά:
  • τον εμπορευματικό διαμετακομιστικό της χαρακτήρα 
  • η ελλαδική αστική τάξη έχει χαρακτήρα μικρομεσαίας εθνικής τάξης, το ισχυρό οικονομικό τμήμα της δρα έξω από τον ελλαδικό χώρο.
Η τάξη αυτή παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην κοινωνική και πολιτική εξέλιξη του ελληνισμού. Γιατί είναι η πρώτη αστική τάξη που δημιουργείται στην Ανατολική Μεσόγειο. Πεδίο δράσης της αποτελεί ολόκληρη η Ανατολική Μεσόγειος και η Εγγύς Ανατολή κατά το 19ο αιώνα. Αποδεικνύεται επίσης κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία των εθνικών ομάδων των Βαλκανίων. Το σύνολο της τάξης αυτής υπερέχει σε οικονομική δύναμη και δυναμισμό από τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα που βασίζονται στη γαιοκτησία μέσα στην Ελλάδα, έστω και άν μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, οι αγροτικές απασχολήσεις επικρατούν στην οικονομία.
Αυτοί οι λόγοι προσδίδουν στην αστική τάξη τον πρωταγωνιστικό ρόλο, σε όλα τα στάδια της ελληνικής πολιτικής εξέλιξης, και στην επαναστατική λύση του εθνικού προβλήματος το 1821.[14] 

       Η οικονομία της Ανατολής γενικά παρουσιάζει την όψη μιας οικονομίας καθαρά αποικιακής: εισαγωγές βιομηχανικών προϊόντων και ιδίως εξαγωγές πρώτων υλών, με άλλα λόγια προϊόντων αγροτικών. Οι εξαγωγές ξεπερνούν τις εισαγωγές καθ όλο τον αιώνα. Οι μεγάλες εξαγωγές δεν ήταν αποτέλεσμα υπερπαραγωγής, αλλά αντίθετα ήταν αποτέλεσμα μιας υποκατανάλωσης στην χώρα. Η παραγωγή αυτή δεν παρουσιάζει αύξηση καθ όλο τον αιώνα: ή μένει αμετάβλητη ή ελαττώνεται.

Οι αδιάκοποι πόλεμοι, οι εξεγέρσεις, ο δεσποτισμός των πασάδων, η οικονομία που βασιζόταν σε προνόμια, δεν είναι συντελεστές ικανοί να ενθαρρύνουν την παραγωγή. 
Αν η αστική τάξη υπήρξε ο πρωταρχικός παράγων της εθνικής συνείδησης και ο οργανωτής του αγώνα για την ανεξαρτησία, η εθνική ιδέα και η Ελληνική Επανάσταση έχουν τις πηγές τους και τις ρίζες τους στην αγροτιά και στα άλλα καταπιεζόμενα στοιχεία του Ελληνικού λαού (μικροαστοί διανοούμενοι). Κι ακόμα ότι, όταν ήρθε η στιγμή, αυτά τα στοιχεία παρέσυραν στον αγώνα τα διστακτικά ή εχθρικά στην αρχή στοιχεία του ελληνισμού, ώστε ολόκληρο το έθνος στον ίδιο δρόμο για ένα κοινό ιδανικό συμμετείχε στον αγώνα για ανεξαρτησία.[15] 
 Αρχικά υπάλληλοι και μεσάζοντες των ξένων εμπόρων, διεξάγουν το εσωτερικό εμπόριο, διαμετακομίζοντας στα λιμάνια προς εξαγωγή αγαθά απο το εσωτερικό της Αυτοκρατορίας, εξελίσσονται σε ανεξάρτητους εμπόρους και προς το τέλος του 18ου και στην αρχή του 19ου αιώνα, τις παραμονές της Επανάστασης, ανταγωνίζονται πια τους ξένους εμπόρους.[16]
Την εποχή της Επανάστασης σχηματίστηκαν τρία «κόμματα» (αγγλικό, ρωσικό και γαλλικό), καθένα τους αντανακλούσε την πολιτική της προστάτιδας δύναμης που το κατηύθυνε.

Όταν μετά το 1836 βασιλιάς Όθων και το περιβάλλον του ακολουθούν την πολιτική της Βαυαρίας, που είναι ενσωματωμένη τη στιγμή εκείνη, στην Ιερή Συμμαχία, οι Έλληνες στρέφονται προς τη Ρωσία και την Αυστρία, η δε Αγγλία λαμβάνει κάθε μέτρο ικανό να ανατρέψει την κατάσταση, χρησιμοποιεί κατ αρχήν τις οικονομικές πιέσεις, και υποθάλπει το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που ανάγκασε τον Βασιλιά να παραχωρήσει έναν φιλελευθερότερο καταστατικό χάρτη. Χρησιμοποιεί τέλος την μέθοδο της ανοιχτής ένοπλης επέμβασης, αποκλεισμός του Πειραιά, μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουλίου 1850, σχεδόν χωρίς προσχήματα. Κατάληψη του Πειραιά απο τον αγγλο-γαλλικό στρατό κατά τον πόλεμο της Κριμαίας (1854). Την ενεργή συμμετοχή των Άγγλων στη στάση του 1862, που οδήγησε στην έξωση του Όθωνα, και αντικατάστασή του με τον Γεώργιο τον Α΄, φέρνοντας μαζί του ένα δώρο της Αγγλίας προς την Ελλάδα, τα Επτάνησα. Τότε η Αγγλία εξασφαλίζει την αδιαφιλονίκητη κυριαρχία στη χώρα.[17] 

Κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, παρατηρείται πράγματι σοβαρή οικονομική ανάπτυξη στο σύνολο του ελληνισμού. Ένας μεγάλος όγκος συσσωρευμένων κεφαλαίων από τους Έλληνες που είναι εγκαταστημένοι στο εξωτερικό αρχίζει να συγκεντρώνεται και να επενδύεται στο εσωτερικό της χώρας. Το ξένο κεφάλαιο δεν αργεί να ακολουθήσει.

Οι εξελίξεις αυτές, οφείλονται στο ισχυρό εμπορικό ρεύμα που πραγματοποιούν οι Άγγλοι και Γάλλοι στο χώρο της Εγγύς Ανατολής και το συνοδεύουν. Οι Έλληνες καταφέρνουν να αναδειχθούν σε υπολογίσιμη οικονομική δύναμη, συμμετέχοντας ως συνέταιροι στις μεγάλες επιχειρήσεις των ξένων.....Δεν είναι τυχαίο που μόνον η ναυσιπλοΐα, το εμπόριο και οι τραπεζικές εργασίες γνωρίζουν πραγματικά εξάπλωση και άνθηση. Όσο για τη Βιομηχανία, που αρχίζει να κάνει δειλά την εμφάνισή της στην Ελλάδα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, με λιγοστά υφαντουργεία και εργαστήρια παραγωγής τροφίμων, μόλις καταφέρνει να περάσει το επίπεδο της απλής βιοτεχνίας. [18] 

Ο αστικός πληθυσμός περνάει απο το 8% το 1853, σε 28% το 1879 και σε 33% το 1907.[19] 

Τα τρία κόμματα (αγγλικό, ρωσικό και γαλλικό) του παλιού πολιτικού κόσμου παρακμάζουν και αντικαθίστανται μετά το 1880 απο δύο πολιτικούς σχηματισμούς με σαφέστερη πολιτική: ο ένας τα παραδοσιακά στρώματα της ολιγαρχίας, και ο άλλος που διευθύνεται από τα πιο ισχυρά στοιχεία της αστικής τάξης, με τάση λίγο πολύ ανανεωτική και μεταρρυθμιστική με 1ο εκπρόσωπο τον Χαρίλαο Τρικούπη.

Η συντριπτική πλειοψηφία των σημαντικών εμπορικών αστικών κέντρων της Βαλκανικής βρίσκονται στο νότο, δηλαδή στην Ελληνική περιοχή, στα παράλια της Αδριατικής ή του Ευξείνου Πόντου.. Το μεγαλύτερο μέρος του εσωτερικού διαμετακομιστικού εμπορίου και της ναυσιπλοΐας βρίσκεται στα χέρια του ελληνικού στοιχείου, που από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα αρχίζει να συναγωνίζεται τους δυτικούς και στο εξωτερικό εμπόριο. Μόνο οι Ραγουζαίοι στην Αδριατική και οι Δαλμάτες πειρατές ή ναυτιλλόμενοι μπορούν να υπολογιστούν σαν τοπικοί ανταγωνιστές.[20] 

Το εξωτερικό εμπόριο στο σύνολό του σχεδόν στην αρχή και ένα μεγάλο μέρος μετά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, βρίσκεται στα χέρια των ξένων που δεν αφήνουν στους ιθαγενείς παρά το εσωτερικό εμπόριο.
Οι εξαγωγές συνίστανται, κατά βάση, σε πρώτες ύλες και γεωργικά προϊόντα, οι εισαγωγές στα βιομηχανικά προϊόντα.

Στον ημιαποικιακό ή αποικιακό αυτό χαρακτήρα της βαλκανικής οικονομίας, η πραγματική λειτουργία των μεγάλων διακομιστικών κέντρων, με μεγάλη ακτίνα δράσης που βρίσκονται κυρίως στα νότια, είναι η συγκέντρωση της πρωτογενούς παραγωγής, αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, μεταλλεύματα και πρώτες ύλες προς εξαγωγή, και η διανομή στην ενδοχώρα των βιομηχανικών προϊόντων της Ευρώπης.

Στις βορειότερες περιοχές επικρατή η γεωργική και παραγεωργική συμπληρωματική παραγωγή (κτηνοτροφία - ορυχεία), στις νότιες ελληνικές περιοχές παίρνουν ιδιαίτερη σημασία οι διαμετακομιστικές εμπορικές δραστηριότητες.

Δεν είναι τυχαίο ότι η επωνυμία «Βλάχοι» που η πρώτη σημασία είναι εθνική και δηλώνει Ρουμάνο κτηνοτρόφο νομάδα, κατάντησε να σημαίνει τον κτηνοτρόφο, ανεξάρτητα εθνικής προέλευσης.

Η δημιουργία κάποιας κοινής βαλκανικής αγοράς, πρώτα του χερσαίου, με κύριο δρόμο την παλιά αρτηρία του Δούναβη προς την Κεντρική Ευρώπη απο τη μια προς τη Ρωσία από την άλλη, έπειτα του θαλάσσιου εμπορίου, συνδέει οργανικά τη βαλκανική αγορά με τις αγορές της Ευρώπης.[21]  
Η σημαντικότερη συνέπεια της οικονομικής αυτής δραστηριότητας, ήταν η ανάπτυξη μιας εμπορευματικής αστικής τάξης, ήδη στην προκαπιταλιστική περίοδο, με βαλκανικό χαρακτήρα.[22]

Ολόκληρη η πολιτιστική και εκπαιδευτική δραστηριότητα συνδέεται άρρηκτα με την Ορθόδοξη Εκκλησία και ότι όλα τα επαναστατικά κινήματα των βαλκανικών λαών, έχουν όλα, χωρίς εξαίρεση, και ορθόδοξο χριστιανικό χαρακτήρα.

Η ιδέα της ορθοδοξίας, αποτέλεσε επί αιώνες συνδετικό παράγοντα ανάμεσα στους βαλκανικούς λαούς και τόνισε την αντίθεση όχι μόνο με το Ισλάμ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και με τον καθολικισμό και την καθολική προπαγάνδα.[23]

Ο όρος «Γραικός» παίρνει τη σημασία του ορθόδοξου βαλκάνιου και αντιτίθεται στο «Λατίνος».[24]
Γέννηση της ελληνικής αστικής τάξης. 
Πρώτα η ελληνική αστική τάξη παραμένει ουσιαστικά μεταπρατική. Ο δεσποτισμός, η αναρχία και η αυθαιρεσία της οθωμανικής διοίκησης έκαναν αδύνατη κάθε επένδυση συσσωρευμένου εμπορικού και ναυτιλιακού κεφαλαίου που να αποβλέπει στη δημιουργία και ανάπτυξη εγχώριας βιομηχανίας.
Η προστατευτική πολιτική των δυτικών χωρών απέκλειε μια τέτοια προσπάθεια των Ελλήνων καπιταλιστών που ήταν εγκατεστημένοι στο εξωτερικό, οι μόνες δραστηριότητες που τους απέμεναν ήταν το εμπόριο και οι τραπεζικές επιχειρήσεις. 
Το δεύτερο ουσιαστικό χαρακτηριστικό είναι ασφαλώς, η οικονομική ασυμμετρία των διαφόρων ομάδων που το αποτελούσαν, και η έλλειψη αμοιβαίας εσωτερικής συνοχής που απορρέει από την ανομοιομορφία αυτή. Διαπιστώνουμε απ' την αρχή την ύπαρξη μιας πολύ περιορισμένης ομάδας εμπόρων και χρηματιστών που είχαν στη διάθεσή τους τεράστια κεφάλαια, σε σχέση με το επίπεδο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, και ένα μεγάλο αριθμό από μεσαίους και μικρούς εμπόρους, εφοπλιστές και μερικούς βιοτέχνες με μέτρια οικονομικά μέσα που εξαρτιόνταν συνάμα απο τους μεγάλους Έλληνες και ξένους εμπόρους και χρηματιστές. Μόνο αυτή η δεύτερη ομάδα έμενε στην Ελλάδα και αποτελούσε την «εθνική αστική τάξη».[25] 
Η ιδεολογία της ελληνικής αστικής τάξης και το εθνικό ζήτημα.  
Σ΄ αυτήν την περίοδο όλη η ελληνική ιδεολογία υποτάσσεται σε ένα βασικό ζήτημα: το εθνικό.

Το αυθόρμητο κίνημα της αντίστασης με τους Τούρκους, πήγαζε από την αγροτιά και δεν είχε ούτε οργάνωση ούτε σαφές πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο.[26]  
Η ανανέωση και η αποσαφήνιση της νεοελληνικής σκέψης- που οι ιστορικοί ονομάζουν νεοελληνική αναγέννηση - συνδέονται με την άνοδο και τη σταδιακή στερέωση της ελληνικής αστικής τάξης. 
Η οθωμανική κατοχή, που έκανε αδύνατη κάθε  είδους οικονομική ανάπτυξη, ενοχλούσε πιο πολύ αυτήν την ομάδα των επιχειρηματιών, καθώς και ένα κύκλο διανοουμένων με τους οποίους βρίσκονταν σε στενή σχέση, αυτοί ζούσαν στις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού καθώς και στη Ελλάδα. Η φιλελεύθερη ιδεολογία και το κάλεσμα για εθνική απελευθέρωση, γέννημα της Γαλλικής Επανάστασης, βρίσκουν βαθιά απήχηση στους κύκλους αυτούς. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα μιας επαναστατικής λύσης στο εθνικό ζήτημα, η πρωτοβουλία θα ερχόταν απο τους ίδιους τους Έλληνες και θα είχε σαν στόχο τη δημιουργία ενός  ανεξάρτητου ελληνικού κράτους βασισμένου πάνω σε φιλελεύθερες αρχές. Η αστική τάξη της εποχής εκείνης κατάφερε να οργανώσει τις επαναστατικές δυνάμεις της αγροτιάς και να παρασύρει ένα μεγάλο μέρος απο τους προκρίτους στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας του 1821. Έτσι όλο το έθνος έμοιαζε ενωμένο ως προς το εθνικό ζήτημα.[27] 
Το κράτος ζούσε με εξωτερικό δανεισμό που είναι ο πιο σίγουρος τρόπος για τους ξένους να εξασκούν πίεση, αυτός ο δανεισμός, ωστόσο δεν εμπόδισε την χρεωκοπία.[28] 
Ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο πιο φωτισμένος εκπρόσωπος των μεταρρυθμιστών, επέβαλε υπερβολικούς φόρους για να εξασφαλίσει τους πόρους που χρειάζονταν για τα πρώτα σημαντικά έργα οικονομικής υποδομής. Επιπλέον η φορολογία αυτή βασίζονταν στους έμμεσους φόρους, που άφηναν άθικτο το μεγάλο κεφάλαιο, ενώ τα μεσαία στρώματα, η αγροτιά και ο φτωχός λαός συνθλίβονταν. 
Το μεγαλύτερο μέρος των δανείων αυτών χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση των εσωτερικών δανείων ή για την βελτίωση της κατάστασης ορισμένων τραπεζών. Μόνο 6% χρησιμοποιήθηκε για παραγωγικά έργα. Η εξόφληση του δανείου αυτού απορροφούσε 40 με 50% των κρατικών εσόδων.[29]


Οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις.



Οι προσπάθειες για ανάπτυξη κυρίως μετά τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο καταλήγουν σε μια σχετική άνοδο του εθνικού εισοδήματος χωρίς ωστόσο να πετύχουν μια ουσιαστική τροποποίηση των δομών. Επικράτηση μιας γεωργίας με μικρή απόδοση λόγω ανεπαρκούς εξοπλισμού - η γεωργία απασχολεί ακόμα τα 55% του ενεργού πληθυσμού, ενώ η συμμετοχή της στο εθνικό προϊόν είναι 36% - υπερβολική έμφαση στον τριτογενή τομέα - 44% του εθνικού εισοδήματος - καθυστέρηση της βιομηχανίας που ουσιαστικά παραμένει ακόμα μια βιομηχανία κατανάλωσης με μεσαίες ή μικρές μονάδες που δεν αντιπροσωπεύουν παρά μόνο το 20% του εθνικού εισοδήματος.[30] 


Ο αστικός πληθυσμός απο το 36,3% στα 1926, φτάνει σε 42% στα 1951.[31]


Οι έννοιες που ισχύουν γενικά για τη δυτική κοινωνία - μεγάλη, μεσαία και μικρή αστική τάξη - δεν αντικατοπτρίζουν με σαφήνεια την ελληνική πραγματικότητα.[32] 


Απο το 1961 και μέχρι το 1975, η ελληνική οικονομία, γνώρισε μια ετήσια αύξηση της τάξεως του 6,8%. Το 1979, η συμβολή της βιομηχανίας το σχηματισμό του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος εκτιμάται στο 33,5%, έναντι στο 14,1% για τη γεωργία.  Σημαντικές αλλαγές γίνονται επίσης στη διάρθρωση της παραγωγής υπέρ των αγαθών εξοπλισμού: ο δείκτης των καταναλωτικών προϊόντων, απο το 74% που ήταν το 1950 πέφτει στα 49% το 1978.


Ο αστικός πληθυσμός απο το 43% το 1961, φτάνει στο 55,7% το 1975.[33] 


Παρ' όλες τις δυσκολίες, τις συνέπειες του 1ου παγκοσμίου πολέμου που κατέληξε για μας με την Μικρασιατική καταστροφή και την είσοδο στην Ελλάδα 1,5 εκατομμυρίων προσφύγων, παρά την οικονομική κρίση του 1931 που καταλήγει στην χρεωκοπία του 1932, έχουμε την πρώτη σημαντική επιτάχυνση του ρυθμού της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Το εμπόριο ξαναβρίσκει τον προπολεμικό του ρυθμό, η χωρητικότητα της ναυσιπλοΐας υπερδιπλασιάζεται. Τα δύο όμως γεγονότα που θα παίξουν σημαντικό ρόλο στις παραπέρα εξελίξεις είναι:

  • η πρώτη επιτάχυνση του ρυθμού ανάπτυξης της ελληνικής βιομηχανίας, που υπερδιπλασιάζεται σε σχέση με το 1920,
  • η αγροτική μεταρρύθμιση με την κατανομή στους ακτήμονες καλλιεργητές της μεγάλης γαιοκτησίας.

Όλες αυτές οι διεργασίες δείχνουν ότι συντελείται στα χρόνια του μεσοπολέμου, η αρχή κάποιας βαθμιαίας μετάβασης της ελληνικής οικονομίας απο το εμπορευματικό-διαμετακομιστικό στάδιο, στο καπιταλιστικό στάδιο, με τη δημιουργία ενός βιομηχανικού τομέα και κυρίως με τη όλο και μεγαλύτερη διείσδυση, με ιδιαίτερες μορφές του κεφαλαίου στις αγροτικές οικονομικές διαδικασίες.[34] 


Το τέλος της περιόδου 40 με 50.


Για την κοινωνική σύνθεση: Η βασική διαπίστωση είναι ότι η Ελλάδα παραμένει χώρα αγροτική: 60% του ενεργού πληθυσμού ασχολείται με τη γεωργία και συμμετέχει κατά 50% στο σχηματισμό του ακαθαρίστου εθνικού εισοδήματος.

Η ουσιαστική μεταβολή σε σχέση με τις προηγούμενες περιόδους είναι εδώ ότι η πλειοψηφία των αγροτών αποτελείται πλέον, απο μικροϊδιοκτήτες.

Στη απογραφή του 1945, η μεγάλη γαιοκτησία δεν αποτελεί πλέον παρά τα 8% της καλλιεργήσιμης επιφάνειας. Αποτέλεσμα, ο ελάχιστος αριθμός αγροτικού προλεταριάτου. Το 1950 ανεξάρτητοι γεωργοί και βοηθούντα μέλη των οικογενειών τους αποτελούν τα 92,3% της αγροτικής εργατικής δύναμης.[35] 


Για την άρχουσα ελληνική αστική τάξη.


·      το σύνολο σχεδόν ή τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος της τάξης αυτής, ανήκει στον τριτογενή τομέα, σύνθετο και ετερογενή απο την ίδια του τη φύση, και

·      έλλειψη συνοχής ανάμεσα στις διάφορες ομάδες που την απαρτίζουν.  Είναι έντονη η οικονομική απόσταση που χωρίζει τις εξαιρετικά ολιγάριθμες μεγάλες επιχειρήσεις από το πλήθος των μεσαίων και μικρών οικονομικών μονάδων που επικρατούν στη σύνθεσή της. 

Η ανάπτυξη ενός μικρού βιομηχανικού τομέα δεν αλλάζει ως το '50 τη γενική εικόνα. Ο τομέας αυτός είναι αδύναμος και εμφανίζεται σχεδόν περιθωριακός μέσα στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας. Είναι εντυπωσιακή η έκταση των μικρών επιχειρήσεων στο μεταποιητικό τομέα. Ενώ το 1930 το 92,2% των μεταποιητικών επιχειρήσεων απασχολούσαν λιγότερα από 5 άτομα, το ποσοστό αυτό κατέβηκε μόλις στα 84,9% στα 1958.


 Η αστική τάξη που αρχίζει να δημιουργείται στη χώρα απο τα μέσα του 18ου αιώνα δεν πετυχαίνει, για μεγάλο χρονικό διάστημα, να υπερβεί την εμπορική και χρηματιστική της υπόσταση. Η ανάπτυξη της βιομηχανίας προχωράει αργά και παραμένει για μεγάλη χρονική περίοδο σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Είναι κυρίως βιομηχανία καταναλωτικών προϊόντων και αποτελείται από μικρές μονάδες, μικρός αριθμός των οποίων αρχίζει να ξεπερνάει απ' τις αρχές του 20ου αιώνα τα όρια της απλής βιοτεχνίας ή της μικρής οικογενειακής επιχείρησης.[36] 


Η αργή και στρεβλή αυτή εξέλιξη συνετέλεσε στη διαιώνιση ορισμένων χαρακτηριστικών που παρουσιάζει η ελληνική αστική τάξη από τη γένεσή της. Οικονομική, άρα και πολιτική εξάρτηση από τις ξένες δυνάμεις, μεσιτικός χαρακτήρας στις αγορές της Εγγύς Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου, πιό ύστερα στη διεθνή αγορά, έντονος κατακερματισμός και ρευστότητα στη σύνθεσή της, όπου κυριαρχεί για μεγάλο χρονικό διάστημα μια πολυάριθμη μικρή αστική τάξη, γύρω απο την οποία και προσελκυόμενη απ' αυτήν κινείται μια κοινωνικό-επαγγελματική κατηγορία με περιθωριακές δραστηριότητες λίγο ως πολύ παρασιτικές.[37] 


Η αριθμητική αδυναμία του βιομηχανικού προλεταριάτου και η απουσία μακρόχρονης συνδικαλιστικής και πολιτικής παράδοσης, δεν επέτρεπαν την ανάπτυξη προλεταριακής συνείδησης ούτε, κατά συνέπεια, τη σοβαρή εξάπλωσή της στην εργατική τάξη.[38] 


Για πρώτη φορά, ο ελληνικός λαός σαν σύνολο και όχι περιορισμένες ομάδες ερχόταν σε άμεση επαφή, μέσα στην ίδια του τη χώρα, με λαούς που είχαν ανώτερο πολιτισμό, πνευματικό ή τεχνικό, απο το δικό του. Η αντιμετώπιση αυτή, που δεν κατέληγε πάντοτε σε βάρος του, άρχισε να καταλύει το μύθο της φωτισμένης Ευρώπης και να αναπτύσσει την ιδέα ότι ο ελληνισμός μπορεί ο ίδιος να στηριχτεί και στις δικές του δυνάμεις.[39] 

  
* Για την επιλογή των αποσπασμάτων: Αλέξανδρος Οικονομίδης.

Σελίδα από το πρωτότυπο:

[1] σ. 335
[2] σ. 277.

[3] σ. 402

[4] σ. 157.
[5] σ. 158.

[6] σ. 160.

[7] σ. 175-7.

[8] σ. 178.

[9] σ. 181

[10] σ. 182.

[11] σ. 183.

[12] σ. 184

[13] σ. 186.
[14] σ. 38
[15] σ. 191.
[16] σ. 223.
[17] σ. 242
[18] σ. 244.
[19] σ. 245

[20] σ. 266.

[21] σ. 267

[22] σ. 268

[23] σ. 269
[24] σ. 270.

[25] σ. 278.

[26] σ. 281.

[27] σ. 282.

[28] σ. 286.
[29] σ. 292

[30] σ. 298.

[31] σ. 299.
[32] σ. 300.

[33] σ. 323

[34] σ. 342.
[35] σ. 344.
[36] σ. 357.
[37] σ. 358
[38] σ. 362.
[39] σ. 377.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσθέστε τα σχόλια σας:

Σκοπός του μπλογκ αυτού είναι: Nα συγκεντρώσει τον προβληματισμό και τις προτάσεις για τη χάραξη μιας νέας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.


Έχουμε οδηγηθεί σε έναν πλήρη εκτροχιασμό από την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου, και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω", οπότε, ακόμη και αν ξαφνικά "βρέξει χρήματα", δεν θα επωφεληθούν παρά οι παρασιτικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση δεν θα ξεπεραστεί, εάν η χώρα δεν ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, την δημιουργική ψυχή - στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, αν δηλαδή δεν ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τα αδιέξοδα και να ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία¹.
"Δεν θα χαράξουμε όμως τέτοια στρατηγική χωρίς βαθιά συνείδηση, με γνώμονα πάντοτε τους καιρούς που ζούμε:
Πρώτον, του τι μας συμβαίνει, του βαθύτερου δηλαδή χαρακτήρα της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μας υπόσταση και στη συνολική συνακόλουθα μοίρα του Ελληνισμού.
Δεύτερον, του γιατί μας συμβαίνει, του πώς δηλαδή οι «χρυσοφόρες» δεκαετίες της μεταπολιτευτικής… χαύνωσης {των πολλών ευρωπαϊκών «πακέτων», της «Αλλαγής», του «εκσυγχρονισμού» και «της ισχυρής Ελλάδας»} μας οδήγησαν, ...στη μετανεωτερική υποτέλειά μας εντός της …Ευρωπαϊκής Ένωσης (με καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ισοτιμίας και ανεξαρτησίας στο πλαίσιό της!).
Τρίτον, τέλος, του πώς θα βγούμε από τα πνιγηρά αδιέξοδά μας και θα μπούμε στη δύσκολη τροχιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας, με πλήρη επίγνωση των απαιτούμενων σε βάθος χρόνου μεγάλων θυσιών από τον (καλά ενημερωμένο!) λαό μας."²