Οι Δομικές Ανισορροπίες του Εξωτερικού Τομέα της Ελληνικής Οικονομίας. Toυ Θεόδωρου Μαριόλη

Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, Πάντειο Πανεπιστήμιο, και Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών Δημήτρης Μπάτσης
Το παρόν άρθρο συνιστά μία ποσοτική διερεύνηση του εξωτερικού τομέα αγαθών και υπηρεσιών της ελληνικής οικονομίας (i) χρησιμοποιώντας στατιστικά δεδομένα από τον Πίνακα Προσφοράς και Χρήσεων (Supply and Use TableSUT) του έτους 2010, και (ii) κατασκευάζοντας ένα σύστημα βασικών και παράγωγων δεικτών. Βάσει αυτών προσδιορίζονται, καταρχάς, οι πρωτεύουσες-χαρακτηριστικές δομικές ανισορροπίες του εν λόγω τομέα και απομονώνονται, περαιτέρω, εκείνα τα εμπορεύματα, τα οποία πρέπει να αποτελέσουν άμεσο στόχο Βιομηχανικής Πολιτικής.

1. Εισαγωγή
H ελληνική οικονομία είναι ενταγμένη στη «ζώνη της υπερ-παγκοσμιοποίησης», δηλαδή στην Ευρωζώνη. Επομένως, η ανάλυση του εξωτερικού τομέα της αποτελεί πρωτεύουσα προϋπόθεση για τον προσδιορισμό των κρίσιμων προβλημάτων, τα οποία την χαρακτηρίζουν. Το παρόν άρθρο συνιστάμία ποσοτική διερεύνηση του εξωτερικού τομέα αγαθών και υπηρεσιών της ελληνικής οικονομίας χρησιμοποιώντας στατιστικά δεδομένα από τον Πίνακα Προσφοράς και Χρήσεων (Supply and Use Table – SUT) του έτους 2010.


Το απόλυτο πλεονέκτημα που προσφέρουν οι Πίνακες Εισροών-Εκροών, τόσο οι λεγόμενοι Συμμετρικοί Πίνακες Εισροών-Εκροών (SIOTs) όσο και οι SUTs, έγκειται στο ότι απεικονίζουν τις υφιστάμενες διακλαδικές σχέσεις και, ταυτοχρόνως, διέπονται από τις βασικές εθνικολογιστικές εξισώσεις. Έτσι, είναι εξαιρετικά πρόσφοροι για την παρούσα διερεύνηση. Ιδιαιτέρως, τώρα, οι SUTs απεικονίζουν εμπορεύματα που παράγονται από περισσότερους του ενός κλάδους και, ταυτοχρόνως, κλάδους που παράγουν περισσότερα του ενός εμπορεύματα. Έτσι, οι SUTs συνιστούν το εμπειρικό αντίστοιχο των συστημάτων συμπαραγωγής (joint production) και, επομένως, αποτελούν μία πολύ πιο ρεαλιστική, σε σχέση με τους SIOTs, απεικόνιση του συστήματος. Από την άλλη πλευρά, το σχετικό μειονέκτημα όλων των Πινάκων Εισροών-Εκροών είναι ότι, κατά κανόνα, καταρτίζονται σε σχετικά υψηλό επίπεδο συνάθροισης και, συνεπώς, προσφέρουν μία αντιστοίχως συναθροιστική εικόνα των κλάδων και εμπορευματικών ροών.


Το έτος 2010 αρχίζει να εφαρμόζεται μία ισχυρά συσταλτική πολιτική στην ελληνική οικονομία. Εκείνο το έτος, τα «δίδυμα ελλείμματα», του προϋπολογισμού και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, ήταν (σύμφωνα με στοιχεία της ΤτΕ) στο 11.1% και 10.1% του ΑΕΠ, αντιστοίχως (στο 6.8% ήταν το έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών). Το δημόσιο χρέος  ήταν στο 146%, η «καθαρή διεθνής επενδυτική θέση» στο μείον 97.9%, και η καθαρή εθνική αποταμίευση, η οποία είναι συστηματικά αρνητική, μετά την ένταξη της χώρας στην Ευρωζώνη, ήταν μείον 25 δισ. ευρώ (14% του καθαρού εθνικού διαθέσιμου εισοδήματος, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ). Τέλος, το ποσοστό ανεργίας ήταν στο 12.7%. Δεν είναι, λοιπόν, αβάσιμο να θεωρείται ότι το έτος 2010 είναι μάλλον αντιπροσωπευτικό για τον προσδιορισμό των χαρακτηριστικών δομικών γνωρισμάτων του εξωτερικού τομέα της ελληνικής οικονομίας. Βεβαίως, η παρούσα διερεύνηση δύναται και πρέπει να επεκταθεί χρονολογικά, τόσο προς τα «πίσω» όσο και προς τα «εμπρός», αν και, όσον αφορά στο δεύτερο, οι τελευταίοι διαθέσιμοι SIOTs και SUTs είναι, προς το παρόν, εκείνοι για το έτος 2011.

To υπόλοιπο του άρθρου δομείται ως εξής: Η Ενότητα 2 αναφέρεται στα στατιστικά δεδομένα. Η Ενότητα 3 συνοψίζει το αναλυτικό πλαίσιο. Στην Ενότητα 4 εκτίθενται και αξιολογούνται τα ευρήματα. Τέλος, η Ενότητα 5 είναι συμπερασματική.


2. Στατιστικά Δεδομένα

Ο SUT της ελληνικής οικονομίας για το έτος 2010 περιγράφει την παραγωγή και χρήση 65 εμπορευμάτων. Ωστόσο, όλα τα στοιχεία που αφορούν στα εμπορεύματα  «Υπηρεσίες τεκμαρτών μισθωμάτων ιδιοκατοίκησης» και «Υπηρεσίες εξωχώριων οργανισμών και φορέων» ισούνται με το μηδέν και, επομένως, δεν τα λαμβάνουμε υπόψη στην ανάλυσή μας. Έτσι, καταλήγουμε σε έναν SUT που περιγράφει εξήντα τρία εμπορεύματα. Σημειώνεται, επίσης, ότι ο κλάδος που παράγει το εμπόρευμα «Υπηρεσίες νοικοκυριών ως εργοδοτών, μη διακριτά αγαθά και υπηρεσίες που παράγονται από νοικοκυριά για ιδία χρήση» είναι ο μοναδικός της οικονομίας που δεν χρησιμοποιεί ενδιάμεσες εισροές και, άρα, όλα τα στοιχεία της αντίστοιχης στήλης της Μήτρας Χρήσεων ισούνται με το μηδέν. Τέλος, ως φυσική μονάδα μέτρησης κάθε εμπορεύματος επιλέγεται εκείνη η ποσότητά του, της οποίας η τιμή αγοράς ισούται με μία (1) νομισματική μονάδα (1 εκατομμύριο ευρώ).

Από αυτά τα εξήντα τρία εμπορεύματα, τρία είναι Πρωτογενούς παραγωγής, είκοσι τέσσερα είναι Βιομηχανικά και τριάντα έξι αφορούν στον τομέα των Υπηρεσιών. Η ονοματολογία των εμπορευμάτων και η υπαγωγή τους στους διαφόρους τομείς και υποτομείς εκτίθεται στο Παράρτημα Ι.


3. Αναλυτικό Πλαίσιο

Χρησιμοποιούμε ένα σύστημα δώδεκα αριθμητικών δεικτών για κάθε ένα από τα  εξήντα τρία εμπορεύματα του συστήματος. Οι πέντε πρώτοι δείκτες εκφράζουν τα αντίστοιχα συστατικά στοιχεία της ακαθάριστης εγχώριας παραγωγής, δηλαδή την ενδιάμεση ανάλωση, την τελική καταναλωτική δαπάνη (δημόσια και ιδιωτική), τον ακαθάριστο σχηματισμό κεφαλαίου (ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου και μεταβολές αποθεμάτων), τις εξαγωγές και τις εισαγωγές για κάθε εμπόρευμα. Βάσει αυτών, συγκροτούνται άλλοι επτά δείκτες, οι οποίοι αναφέρονται ειδικά στον εξωτερικό τομέα αλλά και, άμεσα ή έμμεσα, στις σχέσεις του με τους υπόλοιπους τομείς του συστήματος. Πρόκειται για τους ακόλουθους δείκτες:
(i). Ακαθάριστης Εγχώριας Αποταμίευσης, , .(2)
(ii). Τυποποιημένου («Normalized») Εμπορικού Ισοζυγίου, .
(iii). Αποκαλυπτόμενου Συγκριτικού Πλεονεκτήματος («Revealed Comparative Advantage»), .
(iv). Ενδο-εμπορευματικού Εμπορίου («Intra-commodity Trade»), . (3)
(v). Αυτάρκειας («Self-Sufficiency»), .
(vi). Συνολικής Εξάρτησης από Εισαγωγές («Total Import Dependency»), .
(vii). Εξάρτησης των Μέσων Παραγωγής από Εισαγωγές, .
Η κατασκευή των δεικτών αναλύεται στο Παράρτημα ΙΙ και οι εκτιμήσεις των τιμών τους εκτίθενται στους δύο πίνακες του Παραρτήματος ΙΙΙ.

4. Ευρήματα και Αξιολόγηση
Στα γραφήματα του Σχήματος 1 απεικονίζονται οι αριθμητικές τιμές (%) των προαναφερθέντων επτά δεικτών του εξωτερικού τομέα (κατά σειρά και ανά εμπόρευμα) και αναγράφονται οι μέσες, οι μέγιστες και οι ελάχιστες τιμές τους, καθώς και τα εμπορεύματα στα οποία εμφανίζονται οι δύο τελευταίες τιμές (βλέπε τον Πίνακα ΠΙΙΙ.2 του Παραρτήματος ΙΙΙ). Ειδικότερα, η οριζόντια γραμμή σε κάθε γράφημα απεικονίζει την μέση τιμή του δείκτη, ενώ τα χρώματα δηλώνουν τους τομείς, υποτομείς και κλάδους, στους οποίους υπάγονται τα διάφορα εμπορεύματα.: Κατά σειρά, το πράσινο χρώμα αντιστοιχεί στα τρία εμπορεύματα του Πρωτογενή τομέα. Το μαύρο στα «Ορυχεία και Λατομεία». Το κόκκινο στην Μεταποίηση. Το πορτοκαλί στην «Ενέργεια». Το ανοιχτό μπλε στην «Παροχή Νερού και Διαχείριση Αποβλήτων». Το γκρι στις «Κατασκευές». Τέλος, το μπλε στις «Υπηρεσίες», με την εξαίρεση των κατεξοχήν εμπορευμάτων του Δημοσίου τομέα, στα οποία αντιστοιχεί το κίτρινο χρώμα.  Θα πρέπει να αναφερθεί, επίσης, ότι τα γραφήματα των δεικτών ακαθάριστης εγχώριας αποταμίευσης, συγκριτικού πλεονεκτήματος, αυτάρκειας και εξάρτησης των μέσων παραγωγής από εισαγωγές δεν αποτυπώνονται σε όλο τους το εύρος, διότι ενέχουν συγκριτικά μεγάλες ακραίες (μέγιστες ή/και ελάχιστες) τιμές, οι οποίες οδηγούν σε αλλοίωση της επόπτευσης. Για τον ίδιο λόγο, στο γράφημα του δείκτη αυτάρκειας περιλαμβάνεται άλλη μία οριζόντια γραμμή, η οποία δείχνει την μέση τιμή του δείκτη χωρίς το εμπόρευμα 32 («Υπηρεσίες πλωτών μεταφορών»), για το οποίο ο δείκτης εμφανίζει εξαιρετικά υψηλή τιμή, ήτοι 2385%.
AM = -36.3%, max = 95.8% (i = 32), min = -614.3% (i = 4)
Δείκτης Ακαθάριστης Εγχώριας Αποταμίευσης
AM = -28.2%, max = {100% (i = 28, 29, 30), 99.1% (i = 32)}, min = {-100% (i = 17, 62),
-96.1% (i = 4)}
Δείκτης Τυποποιημένου Εμπορικού Ισοζυγίου
AM = 0, max = 35.5% (i = 32), min = -10.4% (i = 4)
Δείκτης Αποκαλυπτόμενου Συγκριτικού Πλεονεκτήματος
AM = 49.2%, max = 96.1% (i = 15), min = {0 (i = 17, 28, 29, 30), 0.9% (i = 32)}
Δείκτης Ενδο-εμπορευματικού Εμπορίου
AM = 121.0%, max = 2385.0% (i = 32), min = 5.6% (i = 17)
[Χωρίς το εμπόρευμα 32: AM = 84.4%, max = 125.4% (i = 3)]
Δείκτης Αυτάρκειας
AM = 22.6%, max = 110.5% (i = 21), θετικό min = 0.0004% (i = 62)
Δείκτης Συνολικής Εξάρτησης από Εισαγωγές
AM = 52.8%, max = 1071.1% (i = 6), θετικό min = 0.03% (i = 62)
Δείκτης Εξάρτησης των Μέσων Παραγωγής από Εισαγωγές
Σχήμα 1. Δείκτες (%) του εξωτερικού τομέα της ελληνικής οικονομίας, 2010
Βάσει των δεικτών συγκριτικού πλεονεκτήματος και εμπορικού ισοζυγίου, τα διεθνώς εμπορεύσιμα (tradable) εμπορεύματα κάθε οικονομίας (δηλαδή, εκείνα για τα οποία οι εξαγωγές ή/και οι εισαγωγές δεν είναι μηδενικές) δύνανται να καταταχθούν σε τέσσερις κατηγορίες («product mapping scheme», Widodo, 2008):
Κατηγορία Ι: Συγκριτικού πλεονεκτήματος και πλεονασματικού εμπορικού ισοζυγίου.
Κατηγορία ΙΙ: Συγκριτικού πλεονεκτήματος και ελλειμματικού εμπορικού ισοζυγίου.
Κατηγορία ΙΙΙ: Συγκριτικού μειονεκτήματος και πλεονασματικού εμπορικού ισοζυγίου.
Κατηγορία ΙV: Συγκριτικού μειονεκτήματος και ελλειμματικού εμπορικού ισοζυγίου.
Η εν λόγω κατηγοριοποίηση των πενήντα δύο διεθνώς εμπορεύσιμων εμπορευμάτων της ελληνικής οικονομίας απεικονίζεται στον Πίνακα 1, όπου αναγράφονται, επίσης, το πλήθος των εμπορευμάτων και οι μέσες τιμές των δεικτών συγκριτικού πλεονεκτήματος, εμπορικού ισοζυγίου και ενδο-εμπορευματικού εμπορίου, ανά κατηγορία εμπορευμάτων. Τέλος, ο Πίνακας 2 απεικονίζει την κατηγοριοποίηση των ιδίων εμπορευμάτων βάσει των δεικτών συνολικής εξάρτησης από εισαγωγές (τιμή δείκτη χαμηλότερη ή υψηλότερη από την μέση τιμή, η οποία ισούται, περίπου, με 22.6%) και ακαθάριστης αποταμίευσης (τιμή δείκτη θετική ή αρνητική). (4)
Πίνακας 1. Κατηγοριοποίηση των διεθνώς εμπορεύσιμων εμπορευμάτων της ελληνικής οικονομίας βάσει των δεικτών συγκριτικού πλεονεκτήματος και εμπορικού ισοζυγίου
Κατηγορία Ι
,
Κατηγορία ΙΙ
,
Εμπορεύματα
3, 15, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 48, 55, 56
[Πλήθος = 12, , ,  ]
Εμπορεύματα
1, 10, 35, 39, 40, 45, 46, 47, 49, 53, 61
[Πλήθος = 11, , ,
]
Κατηγορία ΙΙΙ
,
Κατηγορία ΙV
,
Εμπορεύματα
[Πλήθος = 0]
Εμπορεύματα
2, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 11, 12, 13, 14, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 24, 26, 34, 37, 38, 41, 42, 50, 58, 59, 62
[Πλήθος = 29, ,,
]
Κατηγορία Α
,
Κατηγορία Β
,
Εμπορεύματα
3, 9, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 37, 38, 40, 45, 48, 55, 56
[Πλήθος = 16, , ,
]
Εμπορεύματα
1, 2, 7, 14, 24, 26, 35, 39, 41, 46, 47, 49, 50, 53, 58, 59, 61, 62
[Πλήθος = 18, , , ]
Κατηγορία Γ
,
Κατηγορία Δ
,
Εμπορεύματα
15, 19
[Πλήθος = 2,, , ]
Εμπορεύματα
4, 5, 6, 8, 10, 11, 12, 13, 16, 17, 18, 20, 21, 22, 34, 42
[Πλήθος = 16, , , ]
Πίνακας 2. Κατηγοριοποίηση των διεθνώς εμπορεύσιμων εμπορευμάτων της ελληνικής οικονομίας βάσει των δεικτών συνολικής εξάρτησης από εισαγωγές και ακαθάριστης αποταμίευσης
Σημείωση: Οι μέσες τιμές για την Κατηγορία Γ είναι μόνον συμβατικές. Διότι τα δύο εμπορεύματα αυτής εμφανίζουν μεγάλες αποκλίσεις σε μάλλον όλους τους δείκτες τους.
Από το σύνολο των ευρημάτων της παρούσης δύνανται να συναχθούν τα εξής:
(i). Δεν υφίστανται εμπορεύματα συγκριτικού μειονεκτήματος και, ταυτοχρόνως, θετικού ισοζυγίου (Κατηγορία ΙΙΙ). Γενικά, στις έως σήμερα διεθνώς διαθέσιμες εμπειρικές μελέτες αυτού του είδους, οι Κατηγορίες ΙΙ και ΙΙΙ ανιχνεύονται ως σχετικά μικρότερου πλήθους και τείνουν να θεωρούνται μεταβατικού χαρακτήρα, με τα περισσότερα εμπορεύματα να συσσωρεύονται, συνήθως, στις Κατηγορίες Ι και ΙV. Στην ελληνική οικονομία του έτους 2010, συγκριτικό πλεονέκτημα εμφανίζουν είκοσι τρία εμπορεύματα (ή 23/52 = 44%): δύο του Πρωτογενή τομέα, τρία της Βιομηχανίας και δεκαοκτώ των Υπηρεσιών (δύο εκ των οποίων υπάγονται στον Δημόσιο τομέα). Όλα είναι θετικής ακαθάριστης προστιθέμενη αξίας (, βλέπε Πίνακα ΙΙΙ.1). Ένδεκα εξ αυτών εμφανίζουν ελλειμματικά εμπορικά ισοζύγια (Κατηγορία ΙΙ), ο μέσος δείκτης των οποίων είναι, ωστόσο, αισθητά μικρότερος από τον αντίστοιχο μέσο δείκτη του συστήματος και, ταυτοχρόνως, χαρακτηρίζονται από χαμηλούς δείκτες συγκριτικού πλεονεκτήματος, με την σχετική εξαίρεση των εμπορευμάτων 1 («Προϊόντα φυτικής και ζωικής παραγωγής, θήρας και συναφών δραστηριοτήτων») και 10 («Παραγωγή οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου»). Έτσι, τείνουν να μοιάζουν περισσότερο με τα εμπορεύματα της Κατηγορίας ΙV παρά με εκείνα της Κατηγορίας Ι. Παρατηρείται, ωστόσο, ότι εμφανίζουν υψηλό δείκτη ενδο-εμπορευματικού εμπορίου, τόσο σε απόλυτους όρους όσο και σε σχέση με τις άλλες δύο κατηγορίες, γεγονός που δεν αποκλείεται να υποδηλώνει ότι πρόκειται για κατηγορία διακριτής ποιότητας (μαζί με τέσσερα εμπορεύματα της Κατηγορίας Ι) (5), η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει πηγή ωφελειών για την ελληνική οικονομία. Τέλος, από τα εμπορεύματα που εμφανίζουν συγκριτικό μειονέκτημα, ένα είναι του Πρωτογενή τομέα, δεκαεννέα της Βιομηχανίας και εννέα των Υπηρεσιών. Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου τους είναι αισθητά μεγαλύτερο από τον μέσο όρο του συστήματος (κατά 132%, σύμφωνα με τους σχετικούς δείκτες) και ο δείκτης ενδο-εμπορευματικού εμπορίου τους είναι αρκετά χαμηλότερος από τον μέσο όρο του συστήματος (κατά 30%).
(ii). Υφίστανται όχι ασήμαντες συσχετίσεις και μεταξύ των κατηγοριών των Πινάκων 1 και 2,  οι βασικές εκ των οποίων δύνανται να αποδοθούν μέσω του Πίνακα 3. Για παράδειγμα, η πρώτη γραμμή του δηλώνει ότι από τα εμπορεύματα χαμηλής (υψηλής) συνολικής εξάρτησης από εισαγωγές, το 62% (το 89%) εμφανίζει συγκριτικό πλεονέκτημα (μειονέκτημα).
Πίνακας 3. Βασικές συσχετίσεις μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών των διεθνώς εμπορεύσιμων εμπορευμάτων της ελληνικής οικονομίας
(iii). Όπως τα στοιχεία του Πίνακα 1, έτσι και τα στοιχεία του Πίνακα 2 υποδηλώνουν ότι υφίστανται ενδοκατηγοριακές και διακατηγοριακές συσχετίσεις μεταξύ των τιμών των δύο βασικών δεικτών του, και . Η περαιτέρω εξέταση των ευρημάτων, η οποία συνοψίζεται στα γραφήματα του Σχήματος 2, δείχνει, ωστόσο, ότι η στατιστική συσχέτιση μεταξύ αυτών των τιμών είναι ασθενέστερη για την ομάδα των εμπορευμάτων θετικής αποταμίευσης (Κατηγορίες Α και Γ) από ό,τι για εκείνη των εμπορευμάτων αρνητικής αποταμίευσης (Κατηγορίες Β και Δ) (6). Και αυτό δηλώνει, με τη σειρά του, ότι στην κατά σειρά πρώτη (δεύτερη) ομάδα οι αποταμιεύσεις σχετίζονται περισσότερο (λιγότερο) με τον σχηματισμό κεφαλαίου παρά με το εμπορικό ισοζύγιο (7). Τα χαρακτηριστικά των δύο αυτών ομάδων έχουν ως εξής:
  • Από τα δεκαοκτώ εμπορεύματα της πρώτης ομάδας, ένα υπάγεται στον Πρωτογενή τομέα, τέσσερα στη Βιομηχανία και δεκατρία στις Υπηρεσίες. Όλα είναι θετικής ακαθάριστης προστιθέμενη αξίας. Σε όρους χρηματικής αξίας, ο σχηματισμός κεφαλαίου της ομάδας συνιστά το 76% του σχηματισμού κεφαλαίου της οικονομίας. Ο σχηματισμός κεφαλαίου των βιομηχανικών εμπορευμάτων της ομάδας συνιστά το 76% του σχηματισμού κεφαλαίου της ομάδας και το 58% του σχηματισμού κεφαλαίου της οικονομίας. Ωστόσο, εάν αφαιρέσουμε το εμπόρευμα 27 («Κατασκευές»), αυτά τα ποσοστά κατέρχονται στο 10% και 7%, αντιστοίχως. Τέλος, οι μέσες τιμές των δεικτών αυτάρκειας και εξάρτησης των μέσων παραγωγής από εισαγωγές της ομάδας είναι 225.9% (98.9% χωρίς το εμπόρευμα 32) και 16.6%, αντιστοίχως, ενώ για τα βιομηχανικά εμπορεύματά της είναι 85.8% και 30.4%, αντιστοίχως. Αυτές οι τιμές των δεικτών είναι αισθητά καλύτερες ή όχι μακριά από τις μέσες τιμές τους για το σύνολο της οικονομίας.
  • Από τα τριάντα τέσσερα εμπορεύματα της δεύτερης ομάδας, δύο υπάγονται στον Πρωτογενή τομέα, δεκαοκτώ στη Βιομηχανία και δεκατέσσερα στις Υπηρεσίες. Εννέα βιομηχανικά εμπορεύματα και ένα των Υπηρεσιών (για το οποίο ο δείκτης σχηματισμού κεφαλαίου είναι μηδενικός) είναι αρνητικής ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας. Ο σχηματισμός κεφαλαίου των βιομηχανικών εμπορευμάτων της ομάδας συνιστά το 98% του σχηματισμού κεφαλαίου της, το 76% του χωρίς τις «Κατασκευές» σχηματισμού κεφαλαίου των βιομηχανικών εμπορευμάτων της οικονομίας και το 23% του σχηματισμού κεφαλαίου της οικονομίας. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τα εννέα βιομηχανικά εμπορεύματα αρνητικής ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας είναι 33%, 25% και 8%. Τέλος, οι μέσες τιμές των δεικτών αυτάρκειας και εξάρτησης των μέσων παραγωγής από εισαγωγές της ομάδας είναι και 72.2% και 87.5%, αντιστοίχως, ενώ για τα βιομηχανικά εμπορεύματά της είναι και 54.9% και 146.5%, αντιστοίχως. Αυτές οι τιμές των δεικτών είναι αισθητά χειρότερες από τις μέσες τιμές τους για το σύνολο της οικονομίας.
Έπεται, λοιπόν, ότι η ελληνική οικονομία είναι ισχυρά εξαρτημένη από τις εισαγωγές μεγάλου τμήματος βιομηχανικών, ιδίως, εμπορευμάτων, τόσο σε συνολικούς όρους όσο και σε όρους ενδιάμεσης ανάλωσης και σχηματισμού κεφαλαίου. Αυτό το γεγονός αφενός αντανακλάται στις αποταμιεύσεις του συστήματος και αφετέρου περιορίζει σε σημαντικό βαθμό τις δυνατότητες μεγέθυνσής του μέσω πολιτικών τόνωσης της ενεργού ζήτησης.
: ,
: ,
Σχήμα 2. Στατιστική συσχέτιση ανάμεσα στους δείκτες συνολικής εξάρτησης από εισαγωγές  και ακαθάριστων αποταμιεύσεων
(iv). Σύμφωνα με τον Πίνακα 2, υπάρχουν μόνον δύο εμπορεύματα υψηλής συνολικής εξάρτησης από εισαγωγές και, ταυτοχρόνως, θετικής αποταμίευσης (Κατηγορία Γ), δηλαδή τα εμπορεύματα 15 και 19 («Μηχανήματα και είδη εξοπλισμού»). Μαζί με τα εμπορεύματα 9 («Εκτυπώσεις και αναπαραγωγή προεγγεγραμμένων μέσων») και 27 είναι τα μόνα βιομηχανικά εμπορεύματα, τα οποία εμφανίζουν θετικές αποταμιεύσεις. Τα δύο τελευταία εμπορεύματα και τα εμπορεύματα 7 («Προϊόντα ξύλου (εκτός των επίπλων)», 14 («Άλλα προϊόντα μη μεταλλικών ορυκτών»), 24 («Ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο, ατμός και κλιματισμός») και 26 («Υπηρεσίες συλλογής, επεξεργασίας και διάθεσης απορριμμάτων») είναι τα μόνα βιομηχανικά εμπορεύματα χαμηλής εξάρτησης από εισαγωγές. Διαπιστώνεται, επίσης, ότι από τα ένδεκα εμπορεύματα, τα οποία ανήκουν, ταυτοχρόνως, στις Κατηγορίες Ι και Α, μόνον ένα υπάγεται στην Βιομηχανία (και εννέα στις Υπηρεσίες), ενώ από τα δεκαπέντε εμπορεύματα, τα οποία ανήκουν, ταυτοχρόνως, στις κατηγορίες ΙV και Δ, τα δεκατρία υπάγονται στην Βιομηχανία (και τα υπόλοιπα στις Υπηρεσίες). Όλα τα ευρήματα συγκλίνουν, επομένως, στο συμπέρασμα ότι, σε μέσους τιμές, ο τομέας της Βιομηχανίας συνιστά τον «αδύναμο κρίκο» του συστήματος και αυτό όχι μόνον – όπως δηλώνεται από διάφορες πλευρές – σε όρους ποσοστιαίας συμμετοχής στην σε χρηματικές μονάδες εκφρασμένη ακαθάριστη προστιθεμένη αξία (17.9% έναντι 79.7% των Υπηρεσιών) ή/και ελλείμματος καθαρών εξαγωγών, γεγονότα που από μόνα τους δεν λένε παρά ελάχιστα πράγματα, αλλά από κάθε άποψη. Και η εικόνα γίνεται ακόμα πιο καθαρή μέσω του Πίνακα 4, όπου εκτίθενται οι μέσες τιμές των δεικτών του εξωτερικού τομέα για τους τρεις κύριους τομείς της οικονομίας.
Πίνακας 4. Οι μέσες τιμές (%) των δεικτών ενδιάμεσης ανάλωσης και του εξωτερικού τομέα για τους τρεις βασικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας
Πρωτογενής
41.9
2.21
-4.0
0.58
58.4
103.6
13.7
33.6
Βιομηχανία
117.5
-93.6
-57.3
-1.85
39.8
63.8
46.8
114.9
Υπηρεσίες
53.3
-1.3
[4.2]
-7.7
1.44
56.2
160.5
[96.9]
7.2
11.8
Σημείωση: Στην τρίτη από την αρχή στήλη, η εντός αγκυλών τιμή προκύπτει μετά την αφαίρεση του εμπορεύματος 34 («Υπηρεσίες αποθήκευσης και υποστήριξης των μεταφορών»), το οποίο εμφανίζει υψηλά αρνητικό, για τα δεδομένα του τομέα του, δείκτη αποταμίευσης (-194.3%). Στην τρίτη από το τέλος στήλη, η εντός αγκυλών τιμή προκύπτει μετά την αφαίρεση του εμπορεύματος 32, το οποίο εμφανίζει, όπως έχει ήδη σημειωθεί, πολύ υψηλό δείκτη αυτάρκειας.
(v). Tα εμπορεύματα τα οποία θα έπρεπε να αποτελέσουν τον άμεσο στόχο μίας πολιτικής διευθέτησης των ανισορροπιών του εξωτερικού τομέα είναι τα βιομηχανικά εμπορεύματα 4, 5, 6, 11, 12, 17, 18, 20, 21, 22 και το υπαγόμενο στις Υπηρεσίες εμπόρευμα 34. Τα χαρακτηριστικά τους είναι τα ακόλουθα:
  • Οι σε όρους χρηματικής αξίας αθροιστικές εισαγωγές τους αποτελούν το 667% των εξαγωγών τους και το 66% των εισαγωγών της οικονομίας, ενώ οι εξαγωγές τους μόλις 18% των εξαγωγών αυτής.
  • Πέντε από αυτά τα εμπορεύματα είναι αρνητικής ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας και, γενικά, οι δείκτες όλων αυτών των εμπορευμάτων είναι ιδιαιτέρως κακοί. Ειδικότερα, ανήκουν τόσο στην Κατηγορία ΙV όσο και στην Κατηγορία Δ, η μέση τιμή του δείκτη τους ενδο-εμπορευματικού εμπορίου είναι 26.1%, του είναι 34.8%, του είναι 76.9% και του είναι 216.7%.
  • Εξαιρουμένων των εμπορευμάτων 4 («Προϊόντα εξορυκτικής και λατομικής δραστηριότητας») και 34 («Υπηρεσίες αποθήκευσης και υποστήριξης των μεταφορών»), εμφανίζουν μεγαλύτερο του 1, ενώ το εμπόρευμα 21 («Λοιπός εξοπλισμός μεταφορών») εμφανίζει και μεγαλύτερο του 1, δεδομένα τα οποία θέτουν πρόσθετα όρια σε μία «πλήρως αποτελεσματική πολιτική» (8), δηλαδή σε μία πολιτική βελτίωσης και των τριών δεικτών του εξωτερικού εμπορίου για αυτά τα εμπορεύματα. Έτσι, όσον αφορά, για παράδειγμα, στο εμπόρευμα 5 («Τρόφιμα, ποτά και προϊόντα καπνού»), όπου , και , για 1 μονάδα μείωσης του , o θα πρέπει να αυξηθεί κατά όχι πάνω 3 μονάδες, ούτως ώστε να μην αυξηθεί ο δείκτης συνολικής εξάρτησης από εισαγωγές. Και μία τέτοια πολιτική οδηγεί μεν σε αύξηση του δείκτη αυτάρκειας στο 85.5%, ενέχει, όμως, την μείωση του αθροίσματος των δεικτών ενδιάμεσης ανάλωσης και ακαθάριστου σχηματισμού κεφαλαίου κατά 0.8 μονάδες, ούτως ώστε να μην αυξηθεί ο δείκτης εξάρτησης των μέσων παραγωγής από εισαγωγές, και, επομένως, την μείωση του δείκτη τελικής κατανάλωσης κατά 3.2 μονάδες. Εάν, εναλλακτικά, το προαναφερθέν άθροισμα δεικτών μείνει αμετάβλητο, οπότε ο κατέρχεται στο 121.6%, ο δείκτης τελικής κατανάλωσης πρέπει να μειωθεί κατά 4 μονάδες.
(vi). Τα ευρήματα της παρούσης διερεύνησης βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία με εκείνα για το ύψος των σραφφαϊανών πολλαπλασιαστών αυτόνομης ζήτησης της ελληνικής οικονομίας για το έτος 2010 (Mariolis and Soklis, 2015). Η συμφωνία δεν αφορά μόνον στη διαπίστωση των υψηλών «διαρροών δαπάνης» προς την αλλοδαπή, οι οποίες αντιστοιχούν στον τομέα της Βιομηχανίας, αλλά και στα προαναφερθέντα εμπορεύματα με τους πλέον κακούς δείκτες: όλα αυτά τα εμπορεύματα εμφανίζουν πολλαπλασιαστή προϊόντος μικρότερο του 1, από τους υψηλότερους πολλαπλασιαστές εισαγωγών και από τους χαμηλότερους πολλαπλασιαστές απασχόλησης της εργασίας (μάλιστα το εμπόρευμα 21 είναι το μόνο με αρνητικούς πολλαπλασιαστές προϊόντος και απασχόλησης και πολλαπλασιαστή εισαγωγών περί το 1.0).
5. Συμπερασματικές Παρατηρήσεις
Στο παρόν άρθρο διερευνήθηκε ο εξωτερικός τομέας της ελληνικής οικονομίας βάσει στοιχείων από τον Πίνακα Προσφοράς-Χρήσεων του έτους 2010 και ενός συστήματος δεικτών. Η διερεύνηση έδειξε ότι η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από έντονο διαφορισμό ανάμεσα στην ισχυρή εξάρτηση από τις εισαγωγές μεγάλου τμήματος βιομηχανικών εμπορευμάτων και στην ύπαρξη συγκριτικών πλεονεκτημάτων και σχετικώς υψηλής ενδο-εμπορευματικής εξειδίκευσης σε κλάδους των Υπηρεσιών. Απαιτείται, λοιπόν, μία βιομηχανική πολιτική, η οποία θα στοχεύσει στην ανάπτυξη της κατά σειράς δεύτερης πλευράς προκειμένου να επιτύχει τη διόρθωση της πρώτης. Η συμμετοχή της χώρας στην «ζώνη της υπερ-παγκοσμιοποίησης» δεν φαίνεται να δίνει πιθανότητες στην ανάληψη αυτής της πολιτικής. Εγγυάται, ωστόσο, ότι τόσο η ασκούμενη πολιτική μείωσης της ενεργού ζήτησης όσο και – η υποστηριζόμενη από διάφορες αριστερίζουσες πλευρές – αντίστροφη πολιτική αδυνατούν να ανακατευθύνουν την ελληνική οικονομία σε τροχιά επαρκούς, πολυκλαδικής και ευσταθούς μεγέθυνσης. Διότι η μεν «αιρετική» πολιτική θα ερχόταν, όχι αργά αλλά ταχέως, αντιμέτωπη με την στενότατη ημεδαπή βάση αναπαραγωγής μέσων παραγωγής και η δε «ορθόδοξη» πολιτική συρρικνώνει περαιτέρω τις διαστάσεις της ελληνικής οικονομίας, μετασχηματίζοντάς την, στην καλύτερη περίπτωση, σε προσάρτημα του ευρωπαϊκού «Βορρά». Μεταξύ, λοιπόν, του παραλογισμού και της μη υπηρετούσας το ίδιον συμφέρον λογικής πρέπει να προταχθεί ο εθνικός σχεδιασμός.
Παράρτημα Ι: Ονοματολογία Εμπορευμάτων και Τομείς
Στον Πίνακα ΠΙ.1 δίνεται η ονοματολογία των 63 εμπορευμάτων του SUT της ελληνικής οικονομίας, για το έτος 2010. Πρωτογενούς παραγωγής είναι τα εμπορεύματα 1 έως και 3. Βιομηχανικά είναι τα εμπορεύματα 4 έως και 27: (i) το εμπόρευμα 4 αντιστοιχεί στα «Ορυχεία και Λατομεία», (ii) τα εμπορεύματα 5 έως και 23 ανήκουν στην «Μεταποίηση», (iii) το εμπόρευμα 24 στην «Ενέργεια», (iv) τα εμπορεύματα 25 και 26 στην «Παροχή Νερού και Διαχείριση Αποβλήτων», και (v) το εμπόρευμα 27 στις «Κατασκευές». Τέλος, τα εμπορεύματα 28 έως και 63 αφορούν σε «Υπηρεσίες», ενώ τα εμπορεύματα 54 έως και 57 είναι εκείνα, τα οποία έχουν κατεξοχήν σχέση με τον «Δημόσιο Τομέα».
Πίνακας ΠΙ.1. Ονοματολογία των εμπορευμάτων της ελληνικής οικονομίας  
Α/Α
Εμπόρευμα
1
Προϊόντα φυτικής και ζωικής παραγωγής, θήρας και συναφών δραστηριοτήτων
2
Προϊόντα δασοκομίας, υλοτομίας
3
Προϊόντα  αλιείας και υδατοκαλλιέργειας
4
Προϊόντα εξορυκτικής και λατομικής δραστηριότητας
5
Τρόφιμα, ποτά και προϊόντα καπνού
6
Κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, είδη ένδυσης, γουναρικά και είδη δέρματος
7
Προϊόντα ξύλου (εκτός των επίπλων), είδη καλαθοποιίας και σπαρτοπλεκτικής
8
Προϊόντα χαρτιού
9
Εκτυπώσεις και αναπαραγωγή προεγγεγραμμένων μέσων
10
Παραγωγή οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου
11
Χημικές ουσίες και προϊόντα
12
Βασικά φαρμακευτικά προϊόντα και σκευάσματα
13
Προϊόντα από ελαστικό (καουτσούκ) και πλαστικές ύλες
14
Άλλα προϊόντα μη μεταλλικών ορυκτών
15
Βασικά μέταλλα
16
Μεταλλικά προϊόντα (εκτός μηχανημάτων)
17
Ηλεκτρονικοί υπολογιστές, ηλεκτρονικά και οπτικά προϊόντα
18
Ηλεκτρολογικός εξοπλισμός
19
Μηχανήματα και είδη εξοπλισμού π.δ.κ.α.
20
Μηχανοκίνητα οχήματα, ρυμουλκούμενα και ημιρυμουλκούμενα
οχήματα
21
Λοιπός εξοπλισμός μεταφορών
22
Έπιπλα και προϊόντα λοιπών μεταποιητικών δραστηριοτήτων
23
Υπηρεσίες επισκευής και εγκατάστασης μηχανημάτων και εξοπλισμού
24
Ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο, ατμός και κλιματισμός
25
Φυσικό νερό, υπηρεσίες επεξεργασίας και παροχής νερού
26
Υπηρεσίες συλλογής, επεξεργασίας και διάθεσης απορριμμάτων, ανάκτησης υλικών, εξυγίανσης και άλλες υπηρεσίες διαχείρισης αποβλήτων
27
Κατασκευές
28
Υπηρεσίες χονδρικού και λιανικού εμπορίου και υπηρεσίες επισκευής μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών
29
Υπηρεσίες χονδρικού εμπορίου εκτός των μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών
30
Υπηρεσίες λιανικού εμπορίου εκτός των μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών
31
Υπηρεσίες χερσαίων μεταφορών και μεταφορών μέσω αγωγών
32
Υπηρεσίες πλωτών μεταφορών
33
Υπηρεσίες αεροπορικών μεταφορών
34
Υπηρεσίες αποθήκευσης και υποστήριξης των μεταφορών
35
Ταχυδρομικές και ταχυμεταφορικές υπηρεσίες
36
Υπηρεσίες παροχής καταλύματος και εστίασης
37
Εκδοτικές υπηρεσίες
38
Υπηρεσίες παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών, βίντεο, τηλεοπτικών προγραμμάτων, ηχογραφήσεων, μουσικών εκδόσεων, προγραμματισμού και τηλεοπτικών εκπομπών
39
Τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες
40
Υπηρεσίες προγραμματισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, παροχής
συμβουλών και άλλων συναφών δραστηριοτήτων, και υπηρεσίες πληροφοριών
41
Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, με εξαίρεση τις ασφαλιστικές
δραστηριότητες και τα συνταξιοδοτικά προγράμματα
42
Υπηρεσίες ασφαλιστικών, αντασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών ταμείων, εκτός από την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση
43
Υπηρεσίες συναφείς προς τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και τις ασφαλιστικές δραστηριότητες
44
Υπηρεσίες διαχείρισης ακίνητης περιουσίας
45
Νομικές και λογιστικές υπηρεσίες και υπηρεσίες κεντρικών γραφείων και παροχής συμβουλών διαχείρισης
46
Αρχιτεκτονικές και μηχανολογικές υπηρεσίες και υπηρεσίες τεχνικών δοκιμών και αναλύσεων
47
Υπηρεσίες επιστημονικής έρευνας και ανάπτυξης
48
Υπηρεσίες διαφήμισης και έρευνας αγοράς
49
Άλλες επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές υπηρεσίες και
κτηνιατρικές υπηρεσίες
50
Υπηρεσίες ενοικίασης και εκμίσθωσης
51
Υπηρεσίες απασχόλησης
52
Υπηρεσίες ταξιδιωτικών πρακτορείων, γραφείων οργανωμένων ταξιδιών και κρατήσεων και άλλες συναφείς υπηρεσίες
53
Υπηρεσίες προστασίας και έρευνας, υπηρεσίες σε κτίρια και εξωτερικούς χώρους, διοικητικές υπηρεσίες γραφείου, γραμματειακή υποστήριξη και άλλες υπηρεσίες υποστήριξης επιχειρήσεων
54
Υπηρεσίες δημόσιας διοίκησης και άμυνας, υπηρεσίες υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης
55
Υπηρεσίες εκπαίδευσης
56
Υπηρεσίες ανθρώπινης υγείας
57
Υπηρεσίες κοινωνικής μέριμνας
58
Υπηρεσίες δημιουργικές, τέχνης και διασκέδασης, υπηρεσίες βιβλιοθηκών, αρχειοφυλακείων, μουσείων και άλλων πολιτιστικών υπηρεσιών, υπηρεσίες τυχερών παιχνιδιών και στοιχημάτων
59
Αθλητικές υπηρεσίες και υπηρεσίες διασκέδασης και ψυχαγωγίας
60
Υπηρεσίες οργανώσεων
61
Υπηρεσίες επισκευής ηλεκτρονικών υπολογιστών και ειδών ατομικής ή οικιακής χρήσης
62
Άλλες προσωπικές υπηρεσίες
63
Υπηρεσίες νοικοκυριών ως εργοδοτών, μη διακριτά αγαθά και υπηρεσίες που παράγονται από νοικοκυριά για ιδία χρήση

Παράρτημα ΙΙ: Σύστημα Δεικτών
ΙΙ.1. Δείκτες δαπάνης
Για κάθε ένα από τα παραγόμενα εμπορεύματα του συστήματος ισχύει η ακόλουθη εξίσωση:
, (1)
όπου το είναι η ακαθάριστη εγχώρια παραγωγή, η ενδιάμεση ανάλωση, η τελική καταναλωτική δαπάνη (δημόσια και ιδιωτική), ο ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου (ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου και μεταβολές αποθεμάτων), οι εξαγωγές και οι εισαγωγές σε εμπόρευμα . Το άθροισμα είναι η συνολική δαπάνη της ημεδαπής οικονομίας (νοικοκυριών, επιχειρήσεων και δημοσίου τομέα) σε εμπόρευμα , ενώ το μέγεθος  είναι η δαπάνη για καθαρές εξαγωγές σε εμπόρευμα . Τέλος, το μέγεθος είναι η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία σε εμπόρευμα .
H εξίσωση (1) προκύπτει από τις ακόλουθες εξισώσεις:
(1α)
(1β)
, , (1γ)
όπου οι υπερδείκτες «» και «» αναφέρονται σε δαπάνες για τις εγχωρίως παραγόμενες και, αντιστοίχως, τις εισαγόμενες μονάδες του εμπορεύματος . Προσθέτοντας κατά μέλη της εξισώσεις (1α) και (1β), και λαμβάνοντας υπόψη τις εξισώσεις (1γ), προκύπτει η εξίσωση (1).
Διαιρώντας και τα δύο μέλη της εξίσωσης (1) με το λαμβάνουμε:
(2)
όπου:
(i). Τα , και είναι οι δείκτες των συστατικών στοιχείων δαπάνης της ημεδαπής οικονομίας. Όταν , η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της οικονομίας σε εμπόρευμα είναι αρνητική, πράγμα που σημαίνει ότι η δαπάνη για εισαγωγές είναι υψηλότερη των δαπανών για τελική κατανάλωση, ακαθάριστο σχηματισμό κεφαλαίου και εξαγωγές.  
(ii). Τα , είναι οι δείκτες των συστατικών στοιχείων των καθαρών εξαγωγών. Δύνανται, επίσης, να θεωρηθούν – χονδρικοί ή προσεγγιστικοί – δείκτες εξαγωγικής επίδοσης («export performance») και εισαγωγικής διείσδυσης («import penetration»), αντιστοίχως.
Θα πρέπει να διασαφηνιστεί εξαρχής ότι, σε δεδομένη χρονική στιγμή, η τιμή κάθε ενός από αυτούς τους δείκτες καθίσταται γνωστή στην/στον παρατηρητή μέσω ενός αριθμητικού πηλίκου, αλλά δεν εξαρτάται από τις τιμές του διαιρέτη και διαιρετέου (9). Αντιθέτως, εξαρτάται από χαρακτηριστικά του συστήματος και του περιβάλλοντός του, δηλαδή από παραμέτρους των τεχνικών συνθηκών παραγωγής και της συμπεριφοράς των οικονομικών υποκειμένων, καθώς και από την αλληλεπίδραση μεταξύ αυτών των χαρακτηριστικών. Επομένως, μεταβάλλεται μόνον συνεπεία – εκούσιων ή ακούσιων – δομικών ή/και συγκυριακών μεταβολών του συστήματος ή/και του περιβάλλοντός του. Για παράδειγμα, μία παρατηρούμενη μείωση του εκφράζει, σταθερών όλων των άλλων, μία αύξηση της «παραγωγικότητας του κεφαλαίου» στην ημεδαπή οικονομία, ενώ μία ανατίμηση του αλλοδαπού νομίσματος ενδέχεται να οδηγήσει (και υπό ορισμένους όρους πράγματι οδηγεί) σε αύξηση του μεγέθους και, άρα, σε βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου ανά μονάδα ακαθάριστης εγχώριας παραγωγής. Το τελευταίο ενδέχεται να συμβεί και όταν, συνεπεία μεταβολής της ποιότητας των παραγομένων εμπορευμάτων, αυξάνεται (μειώνεται) η ελαστικότητα ζήτησης εξαγωγών (εισαγωγών) ως προς το αλλοδαπό (ημεδαπό) εισόδημα.

ΙΙ.2. Δείκτες εξωτερικού τομέα
Τώρα, όσον αφορά ειδικά στον εξωτερικό τομέα της οικονομία, αυτός δύναται να αναλυθεί μέσω των ακολούθων επτά δεικτών:
(i). Δείκτης Ακαθάριστης Εγχώριας Αποταμίευσης: Ως γνωστόν, για κάθε εμπόρευμα ισχύει, επίσης, ότι
  (3)
όπου το είναι η ακαθάριστη εγχώρια αποταμίευση σε εμπόρευμα  . Διαιρώντας και τα δύο μέλη της εξίσωσης (3) με το λαμβάνουμε:
(4)
όπου είναι ο δείκτης της ακαθάριστης εγχώριας αποταμίευσης σε εμπόρευμα . Δεδομένης της εξίσωσης (2), αυτός ο δείκτης μπορεί να γραφεί, εναλλακτικά, ως
Όταν, λοιπόν, , η ακαθάριστη εγχώρια αποταμίευση είναι αρνητική. Στην γενική περίπτωση, όμως, είναι αρνητική όταν και μόνον όταν: ή, ισοδυνάμως, . Άρα, η σχέση είναι ικανή αλλά όχι αναγκαία συνθήκη για την αρνητικότητα της ακαθάριστης εγχώριας αποταμίευσης σε εμπόρευμα . Αντιστρόφως, όταν , το ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο του εμπορεύματος , ήτοι , είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για την αρνητικότητα της ακαθάριστης εγχώριας αποταμίευσης σε αυτό το εμπόρευμα.
(ii). Δείκτης Τυποποιημένου Εμπορικού Ισοζυγίου:
Δείχνει το βαθμό στον οποίο η οικονομία εξάγει ή εισάγει το εμπόρευμα , και λαμβάνει τιμές μεταξύ +1 (όταν ) και -1 (όταν ), ενώ δεν ορίζεται για εκείνα τα εμπορεύματα, τα οποία ούτε εξάγονται ούτε εισάγονται (διεθνώς μη εμπορεύσιμα). Ο εν λόγω δείκτης μπορεί να γραφεί ως
  (5)
(iii). Δείκτης Aποκαλυπτόμενου Συγκριτικού Πλεονεκτήματος: Αν και ο προαναφερθείς δείκτης εμπορικού ισοζυγίου μπορεί, ταυτοχρόνως, να θεωρηθεί και δείκτης του «αποκαλυπτόμενου συγκριτικού πλεονεκτήματος ή, αντιστοίχως, μειονεκτήματος», κρίνεται ακατάλληλος, ωστόσο, για τις περιπτώσεις, ιδίως, όπου δίνει τιμές κοντά στο μηδέν. Στη βιβλιογραφία έχουν, λοιπόν, προταθεί διάφοροι άλλοι δείκτες, κάθε ένας εκ των οποίων έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του. Στο πλαίσιο της παρούσης διερεύνησης χρησιμοποιούμε ως δείκτη του αποκαλυπτόμενου συγκριτικού πλεονεκτήματος (RCA) της οικονομίας στο εμπόρευμα την σταθμισμένη διαφορά ανάμεσα στον δείκτη του τυποποιημένου εμπορικού ισοζυγίου στο εμπόρευμα και στον δείκτη του τυποποιημένου εμπορικού ισοζυγίου για όλα τα εμπορεύματα της οικονομίας (σχετικά, βλέπε, για παράδειγμα, Laursen, 1998):
(6)
όπου
, ,
είναι ο – συμβατικού χαρακτήρα – συντελεστής στάθμισης, και
το τυποποιημένο εμπορικό ισοζύγιο του συστήματος. Ο λαμβάνει τιμές μεταξύ +1 και -1 (10): οι θετικές (αρνητικές) τιμές δηλώνουν η οικονομία έχει αποκαλυπτόμενο συγκριτικό πλεονέκτημα (μειονέκτημα) στο εμπόρευμα , ενώ το άθροισμα όλων των ισούται με το μηδέν. Δύο εναλλακτικοί, αλλά συναφείς, δείκτες RCA είναι οι:
και
Οι τρεις αυτοί δείκτες RCA δίνουν διαφορετικές αριθμητικές τιμές αλλά, όπως εύκολα διαπιστώνεται, με το ίδιο πρόσημο. Το μόνο πλεονέκτημα του οριζόμενου δια της εξίσωσης (6) δείκτη έγκειται στο ότι, καταρχάς, η μέση τιμή του ισούται με μηδέν και, δευτερευόντως, συνεπεία της τιμής 2 στον συντελεστή στάθμισής του, , οι τιμές του δείκτη φράσσονται στο διάστημα [-1, +1].   
Επειδή στη συνήθη βιβλιογραφία το ουσιώδες νόημα αυτών των τριών δεικτών RCA σπανίως ξεκαθαρίζεται ή αποδίδεται συχνά με μάλλον συγκεχυμένο τρόπο, απαιτείται να επιμένουμε. Ας υποθέσουμε ότι οι εξαγωγές σε όλα τα εμπορεύματα αυξάνονται κατά το ίδιο ποσοστό, έστω αυτό, ενώ οι εισαγωγές παραμένουν αμετάβλητες (ή, εναλλακτικά, ότι όλες οι εισαγωγές μειώνονται κατά το ποσοστό και οι εξαγωγές παραμένουν αμετάβλητες). Ο ποσοστιαίος ρυθμός βελτίωσης του εμπορικού ισοζυγίου του εμπορεύματος θα ισούται με , ενώ ο ποσοστιαίος ρυθμός βελτίωσης του εμπορικού ισοζυγίου της οικονομίας θα ισούται . Έπεται, λοιπόν, ότι ο κατά σειρά δεύτερος ρυθμός θα είναι μεγαλύτερος (μικρότερος) από τον πρώτο όταν ή, ισοδυνάμως, . Άρα, οι σχέσεις ανάμεσα στο αποκαλυπτόμενο συγκριτικό πλεονέκτημα, όπως αυτό ανιχνεύεται μέσω των προαναφερθέντων δεικτών, και στο συγκριτικό πλεονέκτημα à la Ricardo είναι μάλλον έμμεσες.
(iv). Δείκτης Ενδο-εμπορευματικού Εμπορίου: Ως γνωστόν, το διεθνές εμπόριο δεν έχει μόνον διακλαδική ή, γενικότερα, δια-εμπορευματική μορφή, η οποία ανάγεται στα συγκριτικά πλεονεκτήματα κόστους. Στις περιπτώσεις του μονοπωλιακού ανταγωνισμού λαμβάνει ενδο-εμπορευματικό μορφή, η οποία ανάγεται στην ύπαρξη «εσωτερικών οικονομιών κλίμακας». Ο βαθμός αυτής της μορφής εμπορίου δύναται να μετρηθεί με τον δείκτη    
Λαμβάνει τιμές μεταξύ 0 ( ή ) και +1 (): στην πρώτη περίπτωση το εμπόριο είναι πλήρως δια-εμπορευματικό ενώ στην δεύτερη περίπτωση είναι πλήρως ενδο-εμπορευματικό. Ο εν λόγω δείκτης μπορεί να γραφεί ως
  (7)
Γενικά, όπως δείχνουν όλες οι διαθέσιμες μελέτες, υψηλός δείκτης ενδο-εμπορευματικού εμπορίου τείνει να εμφανίζεται στα σύνθετα βιομηχανικά αγαθά και εντάσεως υψηλής τεχνολογίας και εξειδικευμένης εργασίας εμπορεύματα.
(v). Δείκτης Αυτάρκειας:
Δείχνει το βαθμό στον οποίο η ακαθάριστη εγχώρια παραγωγή σε εμπόρευμα καλύπτει τη συνολική δαπάνη της ημεδαπής οικονομίας σε αυτό το εμπόρευμα (βλέπε εξίσωση (1)). Λαμβανομένων υπόψη των εξισώσεων (1α) έως και (1γ), ο δείκτης αυτάρκειας εκφράζεται, εναλλακτικά, ως
ή
Όταν ή, ισοδυνάμως, , ο δείκτης είναι θετικός και λαμβάνει τιμές μικρότερες ή μεγαλύτερες του +1 αναλόγως του εάν το εμπορικό ισοζύγιο του εμπορεύματος είναι ελλειμματικό ή πλεονασματικό, αντιστοίχως (11). Μπορεί να γραφεί ως
(8)
ή, λαμβάνοντας υπόψη την εξίσωση (2),
Από την εξίσωση ορισμού του δείκτη και την εξίσωση (1) προκύπτει
Ο δείκτης έχει, λοιπόν, τον χαρακτήρα «πολλαπλασιαστή» και, ειδικότερα, η τιμή του δηλώνει κατά πόσον θα μεταβληθεί η ακαθάριστη εγχώρια παραγωγή σε εμπόρευμα συνεπεία μεταβολής της συνολικής δαπάνης της ημεδαπής οικονομίας στο ίδιο εμπόρευμα κατά 1 μονάδα. Όταν , το αυξάνεται κατά λιγότερο από 1 μονάδα.
(vi). Δείκτης Συνολικής Εξάρτησης από Εισαγωγές:
Εκφράζει τις εισαγωγές σε εμπόρευμα ως ποσοστό της συνολικής δαπάνης της ημεδαπής οικονομίας σε αυτό το εμπόρευμα. Λαμβανομένων υπόψη των εξισώσεων (1α) έως και (1γ), γράφεται ως
ή
Από την εξίσωση ορισμού του δείκτη προκύπτει
(9)
ή, λαμβάνοντας υπόψη τις εξισώσεις (2) και (4),
Από την εξίσωση (9) έπεται ότι, όταν , το λαμβάνει τιμές μικρότερες του +1. Τέλος, από την εξίσωση ορισμού του δείκτη και την εξίσωση (1) προκύπτει
Άρα, με αμετάβλητο το , η επίπτωση που έχει στο μία μεταβολή της συνολικής δαπάνης της ημεδαπής οικονομίας σε εμπόρευμα είναι τόσο μεγαλύτερη όσο μικρότερη είναι η ισχύουσα τιμή του . Όταν , το μειώνεται.
(vii). Δείκτης Εξάρτησης των Μέσων Παραγωγής από Εισαγωγές:
Εκφράζει τις εισαγωγές σε εμπόρευμα ως ποσοστό της δαπάνης της ημεδαπής οικονομίας για ενδιάμεση ανάλωση και ακαθάριστο σχηματισμό κεφαλαίου σε αυτό το εμπόρευμα, και μπορεί να γραφεί ως
(10)
ή, λαμβάνοντας υπόψη τις εξισώσεις (2) και (4),
(10α)
Όταν , ισχύει . Τέλος, από την εξίσωση ορισμού του δείκτη και την εξίσωση (1) προκύπτει
Άρα, με αμετάβλητα τα και , η επίπτωση που έχει στο μία μεταβολή της δαπάνης της ημεδαπής οικονομίας για ενδιάμεση ανάλωση και ακαθάριστο σχηματισμό κεφαλαίου σε εμπόρευμα είναι τόσο μεγαλύτερη όσο μικρότερη είναι η ισχύουσα τιμή του . Όταν , το μειώνεται.

ΙΙ.3. Αποτελεσματική οικονομική πολιτική
Το παρόν σύστημα δεικτών συμβάλλει και στην πραγμάτευση των πολιτικών υποκατάστασης εισαγωγών ή, εναλλακτικά, υποτίμησης του ημεδαπού νομίσματος, οι οποίες δύνανται να χρησιμοποιηθούν για τη διόρθωση των ανισορροπιών του εξωτερικού τομέα. Ονομάζουμε «πλήρως αποτελεσματική πολιτική» εκείνην που οδηγεί σε βελτίωση τόσο του δείκτη αυτάρκειας όσο και των δύο δεικτών εξάρτησης. Τέλος, ονομάζουμε «οριακά αποτελεσματική πολιτική» εκείνην που οδηγεί σε βελτίωση του δείκτη αυτάρκειας, αλλά αφήνει αμετάβλητους τους δείκτες εξάρτησης. Από την εξίσωση (8) έπεται, άμεσα, ότι κάθε πολιτική βελτίωσης του εμπορικού ισοζυγίου σε εμπόρευμα ανά μονάδα ακαθάριστης εγχώριας παραγωγής σε αυτό το εμπόρευμα, ήτοι , οδηγεί σε αύξηση του δείκτη αυτάρκειας, και αντιστρόφως. Θέτοντας και διαφορίζοντας την εξίσωση (2) προκύπτει
(11)
όπου το σύμβολο «» δηλώνει τον ρυθμό μεταβολής του εκάστοτε δείκτη. Από την εξίσωση (11) έπεται ότι κάθε αποτελεσματική πολιτική συνεπάγεται την μείωση της συνολικής δαπάνης της ημεδαπής οικονομίας και, επομένως, την μείωση τουλάχιστον ενός εκ των και .
Διαφορίζοντας την εξίσωση (9) προκύπτει
(12)
Βάσει της σχέσης και της εξίσωσης (12) συνάγεται ότι οι εν δυνάμει πλήρως αποτελεσματικές πολιτικές έχουν ως ακολούθως:
(i). Όταν , είναι οι πολιτικές: ή, εναλλακτικά, και  , όπου η αριθμητική τιμή του εντός αγκυλών όρου θέτει άνω φράγμα στην βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου.
(ii). Όταν , είναι η πολιτική: .
(iii). Όταν , είναι οι πολιτικές: ή, εναλλακτικά και όταν (οπότε) , και .
Γράφοντας την εξίσωση (10α) ως , διαφορίζοντας και αντικαθιστώντας το αποτέλεσμα στην εξίσωση (11) προκύπτει, τελικά, ότι
                 (13)
Δεδομένου ότι οι πλήρως αποτελεσματικές πολιτικές χαρακτηρίζονται, εξορισμού, από  την σχέση , διακρίνουμε μεταξύ των ακόλουθων δύο περιπτώσεων, τις οποίες διερευνούμε βάσει της εξίσωσης (13):
(i). : όταν και , το δεξιό μέρος της εξίσωσης (13) είναι αρνητικό. Οπότε το μειώνεται ακόμα και όταν μειωθεί το . Όταν , είναι δυνατόν να αυξηθεί το .
(ii). : ακόμα και όταν , είναι δυνατόν να αυξηθεί το .
Τέλος, όταν , , και η πολιτική είναι οριακά αποτελεσματική, από τις εξισώσεις (12) και προκύπτουν τα εξής:
(14)
και, αντιστοίχως,
(15)
Αντικαθιστώντας την εξίσωση (14) στην εξίσωση (15) και το αποτέλεσμα στην εξίσωση (13) προκύπτει, τελικά, ότι
(16)
Από τις εξισώσεις (15) και (16) έπεται ότι τα   και μειώνονται.
Αποδείχθηκε, λοιπόν, ότι:
(i). Κάθε αποτελεσματική πολιτική ενέχει, αναπόφευκτα, έναν περιορισμό ή δίλημμα, με τον οποίο έρχονται αντιμέτωπες οι αρχές οικονομικής πολιτικής: συμπίεση της τελικής κατανάλωσης ή/και του αθροίσματος της ενδιάμεσης ανάλωσης και του ακαθάριστου σχηματισμού κεφαλαίου ανά μονάδα ακαθάριστης εγχώριας παραγωγής, δηλαδή, μείωση τουλάχιστον ενός εκ των και . Η μεν συμπίεση της τελικής κατανάλωσης δύναται να ενέχει ανακατανομή αυτής μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής ή/και της ιδιωτικής μεταξύ των διαφόρων εισοδημάτων (μισθοί-κέρδη), η δε συμπίεση της ενδιάμεσης ανάλωσης είναι εφικτή μέσω μίας αύξησης της «παραγωγικότητας του κεφαλαίου». Τέλος, η συμπίεση του ακαθάριστου σχηματισμού κεφαλαίου είναι εφικτή μέσω μίας μείωσης των ακαθάριστων επενδύσεων ή/και, ενδεχομένως, των αποθεμάτων. Στην περίπτωση, ωστόσο, της υποτίμησης του ημεδαπού νομίσματος η συμπίεση του είναι δυνατόν να συμβαδίσει με την αύξηση του ακαθάριστου σχηματισμού κεφαλαίου, και αυτό εξηγείται με την αύξηση του βαθμού απασχόλησης του επενδεδυμένου κεφαλαίου συνεπεία της – προκαλούμενης από την υποτίμηση – τόνωσης της ζήτησης για τα ημεδαπά εμπορεύματα.
(ii). Αναγκαστική μείωση και των δύο ως άνω δεικτών σημειώνεται στην περίπτωση της οριακά αποτελεσματικής πολιτικής περιορισμού των εισαγωγών και επέκτασης των εξαγωγών ανά μονάδα ακαθάριστης εγχώριας παραγωγής. Όταν και δεν περιορίζονται οι εξαγωγές, αναγκαστική μείωση των δύο ως άνω δεικτών σημειώνεται και στην περίπτωση της πλήρως αποτελεσματικής πολιτικής
(iii).  Μόνον όταν δύναται να υφίσταται πλήρως αποτελεσματική πολιτική επέκτασης των εξαγωγών και περιορισμού των εισαγωγών, η οποία δεν ενέχει την μείωση του .

ΙΙ.4. Σύνοψη
Στην παρούσα διερεύνηση ο εξωτερικός τομέας της ελληνικής οικονομίας αναλύεται μέσω επτά δεικτών, οι οποίοι ορίζονται από τις εξισώσεις (4) έως και (10). Αυτοί οι δείκτες κατασκευάζονται βάσει πέντε δεικτών δαπανών, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους μέσω της εξίσωσης (2) και, επομένως, τέσσερις εξ αυτών (οποιοιδήποτε) αποτελούν τους βασικούς δείκτες. Τρεις από τους δείκτες του εξωτερικού τομέα, δηλαδή οι , και , έχουν χαρακτήρα πολλαπλασιαστών και είναι χρήσιμοι για ζητήματα οικονομικής πολιτικής. Ωστόσο, δεν πρόκειται μόνον για στατικούς αλλά και για «μερικής ισορροπίας» πολλαπλασιαστές, οι οποίοι συλλαμβάνουν, δηλαδή, τις επιπτώσεις μόνον στην ακαθάριστη εγχώρια παραγωγή του εμπορεύματος και όχι στις ακαθάριστες εγχώριες παραγωγές και των υπολοίπων εμπορευμάτων. Οι στατικοί σραφφαϊανοί εμπορευματικοί πολλαπλασιαστές  «γενικής ισορροπίας» της ελληνικής οικονομίας του έτους 2010, οι οποίοι εξαρτώνται από τις τεχνικές συνθήκες παραγωγής, την κατανομή του εισοδήματος και τη σύνθεση της τελικής κατανάλωσης, έχουν εκτιμηθεί στο Mariolis and Soklis (2015).
Παράρτημα ΙΙΙ: Οι Δείκτες των Συστατικών Στοιχείων της Δαπάνης και του Εξωτερικού Τομέα της Ελληνικής Οικονομίας του έτους 2010
Οι αριθμητικές τιμές των δεικτών των δαπανών δίνονται στον Πίνακα ΠΙΙΙ.1, ενώ εκείνες των δεικτών του εξωτερικού τομέα δίνονται στον Πίνακα ΠΙΙΙ.2. Όταν δεν απαιτήθηκε μεγαλύτερη ακρίβεια, οι στρογγυλοποιήσεις έγιναν στο πρώτο δεκαδικό ψηφίο και αυτό συνεπάγεται ορισμένες αποκλίσεις από τις εξισώσεις, οι οποίες διέπουν τις σχέσεις ανάμεσα στους δείκτες.
Πίνακας ΠΙΙΙ.1. Οι δείκτες (%) των συστατικών στοιχείων της ακαθάριστης εγχώριας παραγωγής
Δαπανών της
ημεδαπής οικονομίας
Δαπανών του εξωτερικού τομέα
1
58.7
41.6
1.8 [0.9]
12.9
15.0
2
38.7
75.9
-0.1 [1.4]
4.7
19.1
3
28.3
50.2
1.3 [0]
28.1
7.8
4*
714.3
0
-3.7 [0]
12.3
622.9
5
23.8
96.8
0.3 [0]
9.4
30.3
6
39.4
207.9
-24.5 [0]
36.8
159.6
7*
113.6
3.4
0.9 [0.6]
3.0
20.9
8*
106.5
57.9
19.2 [0]
10.7
94.4
9
93.0
2.5
5.1 [0]
0.2
0.8
10
52.7
59.5
1.7 [0]
24.5
38.4
11*
168.1
104.2
1.8 [0]
41.8
215.9
12*
102.8
194.3
-11.1 [0]
40.7
226.7
13*
117.7
23.5
-0.1 [0]
23.9
64.9
14*
101.1
10.1
-0.6 [0]
10.8
21.4
15
98.3
0.1
-1.6 [0]
43.3
40.1
16*
102.0
18.4
15.9 [4.0]
6.1
42.4
17*
373.3
227.3
1178.0 [1145.8]
0
1678.7
18
79.2
49.8
31.7 [31.0]
64.6
125.3
19
25.0
3.0
226.4 [225.7]
42.2
196.6
20
81.6
364.7
215.0 [194.3]
11.8
573.0
21
62.4
159.9
1231.7 [1213.6]
252.0
1606.0
22
72.0
98.8
45.0 [42.7]
10.0
125.8
23
93.8
1.5
4.7 [7.8]
0
0
24
56.0
57.3
0 [0]
2.1
15.4
25
54.6
45.4
0 [0]
0
0
26
76.2
35.7
0 [0]
9.2
21.1
27
13.6
4.7
80.6 [84.6]
2.3
1.1
28
32.3
54.1
6.9 [6.6]
6.6
0
29
39.9
40.7
9.9 [9.4]
9.5
0
30
40.2
40.5
9.9 [9.4]
9.4
0
31
27.6
71.8
0 [0]
2.8
2.2
32
2.2
2.0
0 [0]
96.2
0.4
33
37.1
57.9
0 [0]
17.8
12.9
34*
280.7
13.6
0 [0]
27.4
221.8
35
96.5
4.3
0 [0]
1.1
1.8
36
11.8
88.2
0 [0]
0
0
37
36.5
54.3
19.2 [19.2]
3.9
14.0
38
54.6
42.1
12.3 [12.4]
4.9
13.9
39
46.4
54.7
0 [0]
3.1
4.3
40
62.3
1.1
39.3 [39.3]
16.9
19.6
41
83.2
27.2
0 [0]
3.1
13.5
42
60.3
66.5
0 [0]
15.5
42.3
43
96.3
3.7
0 [0]
0
0
44
22.5
77.0
0.5 [0.5]
0
0
45
89.9
6.3
5.9 [5.9]
3.9
6.0
46
88.7
12.0
0 [0]
2.2
2.9
47
54.5
51.6
0 [0]
12.2
18.3
48
99.5
0
0 [0]
4.3
3.8
49
87.0
15.0
0 [0]
6.7
8.7
50
86.8
22.4
0 [0]
3.3
12.5
51
99.6
0.7
0 [0]
0
0
52
42.9
57.1
0 [0]
0
0
53
93.4
6.9
0 [0]
1.2
1.5
54
0.0
100
0 [0]
0
0
55
1.9
98.0
0 [0]
0.2
0.1
56
2.2
97.7
0 [0]
0.3
0.2
57
4.3
95.7
0 [0]
0
0
58
32.0
70.3
0 [0]
0.6
3.0
59
58.4
42.0
0 [0]
0.2
0.6
60
6.1
93.9
0 [0]
0
0
61
39.8
61.3
0 [0]
4.4
5.5
62
1.4
98.6
0 [0]
0
0.0003
63
0.1
99.9
0 [0]
0
0
ΑΜ
77.2
(42.0)
59.1
(56.3)
49.6 [48.5]
(10.2 [10.3])
15.3
(10.7)
101.2
(19.3)
SD
101.6
64.0
214.8 [210.16]
35.0
304.2
Σημειώσεις:
(i). Με «*» δηλώνονται, στην πρώτη στήλη, τα εμπορεύματα στα οποία η ενδιάμεση ανάλωσή τους υπερβαίνει την αξία της ακαθάριστης εγχώριας παραγωγής τους () και, επομένως, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία είναι αρνητική.
(ii). Με έντονους χαρακτήρες δηλώνονται τα εμπορεύματα θετικών καθαρών εξαγωγών ().
(iii). Στην τέταρτη στήλη του πίνακα, οι εντός αγκυλών αριθμοί αντιστοιχούν στον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου.
(iv). Τα εμπορεύματα 36 και 52, τα οποία σχετίζονται με τουριστικές δραστηριότητες, εμφανίζουν μηδενικές εισαγωγές και εξαγωγές λόγω του ότι στους SUTs οι ταξιδιωτικές πληρωμές και εισπράξεις καταγράφονται αθροιστικά και, άρα, δεν κατανέμονται στα διάφορα εμπορεύματα της οικονομίας. Οι εισαγωγές-πληρωμές (εξαγωγές-εισπράξεις) που δεν κατανέμονται αποτελούν το 3.0% (το 19.5%) του συνόλου των εισαγωγών (εξαγωγών) της οικονομίας.
(v). Οι έντονες και οι διακεκομμένες οριζόντιες γραμμές δηλώνουν τους τομείς, υποτομείς και κλάδους της οικονομίας, όπως αυτοί αναφέρονται στο Παράρτημα Ι.
(vi). Τα AM και SD δηλώνουν την μέση τιμή και την τυπική απόκλιση του δείκτη, αντιστοίχως. Η εντός παρενθέσεως τιμή δηλώνει την σε όρους χρηματικής αξίας εκφρασμένη τιμή του δείκτη για το σύνολο της οικονομίας. Με την εξαίρεση του συντελεστή διακύμανσης, SD/AM, του δείκτη τελικής κατανάλωσης (= 1.1) και, εν μέρει, του δείκτη ενδιάμεσης ανάλωσης (= 1.3), οι υπόλοιποι είναι αισθητά μεγαλύτεροι του 1 και, άρα, δηλώνουν την ύπαρξη υψηλής διασποράς.
Πίνακας ΠΙΙΙ.2. Οι δείκτες (%) του εξωτερικού τομέα
Αποταμίευσης
Δια-εμπ/κοί
Ενδο-εμπ/κός
Αυτάρκειας
Εξάρτησης
1
-0.3
-7.6
1.06
92.4
97.9
14.6
24.7
2
-14.6
-60.8
-0.02
39.2
87.4
16.7
49.6
3
21.5
56.3
0.69
43.7
125.4
9.8
26.5
4*
-614.3
-96.1
-10.31
3.9
14.1
87.7
87.7
5*
-20.6
-52.6
-3.08
47.4
82.7
25.1
125.8
6*
-147.3
-62.5
-3.09
37.5
44.9
71.7
1071.1
7
-17.0
-74.6
-0.31
25.4
84.8
17.7
18.3
8*
-64.4
-79.6
-1.16
20.4
54.4
51.4
75.0
9
4.5
-54.0
-0.01
46.0
99.4
0.8
0.8
10*
-12.2
-22.1
1.01
77.9
87.8
33.7
70.5
11*
-172.3
-67.5
-3.60
32.5
36.5
78.8
127.1
12*
-197.1
-69.5
-3.41
30.5
35.0
79.3
247.3
13*
-41.2
-46.2
-0.46
53.8
70.9
46.0
55.2
14
-11.2
-32.7
-0.07
67.3
90.5
19.3
21.3
15*
1.6
3.9
2.4
96.1
103.4
41.4
41.4
16*
-20.4
-75.0
-1.79
25.0
73.3
31.1
36.0
17*
-500.6
-100
-4.06
0
5.6
94.4
108.2
18*
-29.0
-32.0
-0.15
68.0
62.2
78.0
113.0
19*
72
-64.6
-1.91
35.4
39.3
77.3
78.2
20*
-346.3
-96.0
-2.58
4.0
15.1
86.7
193.2
21*
-122.3
-72.9
-5.16
27.1
6.9
110.5
124.1
22*
-70.8
-85.3
-2.34
14.7
46.3
58.3
107.5
23
4.7
–––
–––
–––
100
0
0
24
-13.3
-75.8
-1.29
24.2
88.3
13.6
27.5
25
0
–––
–––
–––
100
0
0
26
-11.9
-39.3
-0.15
60.7
89.4
18.8
27.6
27
81.7
33.5
0.89
66.5
101.1
1.1
1.2
28
13.6
100
1.09
0
107.1
0
0
29
19.4
100
5.85
0
110.5
0
0
30
19.3
100
3.03
0
110.4
0
0
31
0.6
11.5
0.26
88.5
100.6
2.2
8.0
32
95.8
99.1
35.47
0.9
2385.0
10.1
19.3
33
5.0
16.2
0.57
83.8
105.2
13.5
34.6
34*
-194.3
-78.0
-6.25
22.0
34.0
75.3
79.0
35
-0.8
-26.2
0.002
73.8
99.2
1.8
1.9
36
0
–––
–––
–––
100
0
0
37
9.2
-56.3
-0.39
43.7
90.9
12.7
25.0
38
3.3
-48.2
-0.15
51.8
91.7
12.8
20.8
39
-1.1
-15.2
0.15
84.8
98.9
4.2
9.2
40
36.6
-7.6
0.27
92.4
97.3
19.1
19.3
41
-10.4
-62.2
-1.09
37.8
90.6
12.3
16.3
42*
-26.8
-46.4
-0.35
53.6
78.9
33.4
70.1
43
0
–––
–––
–––
100
0
0
44
0.5
–––
–––
–––
100
0
0
45
3.8
-20.7
0.1
79.3
98.0
5.9
6.3
46
-0.7
-13.7
0.07
86.3
99.3
2.9
3.3
47
-6.1
-20.1
0.04
79.9
94.2
17.2
33.5
48
0.5
5.6
0.20
94.4
100.5
3.9
3.9
49
-2.0
-13.0
0.09
87.0
98.0
8.6
10.0
50
-9.2
-58.4
-0.12
41.6
91.5
11.5
14.4
51
0
–––
–––
–––
100
0
0
52
0
–––
–––
–––
100
0
0
53
-0.3
-11.1
0.06
88.9
99.7
1.5
1.6
54
0
–––
–––
–––
100
0
–––
55
0.1
27.0
0.04
73.0
100.1
0.1
6.0
56
0.1
27.0
0.07
73.0
100.1
0.2
7.8
57
0
–––
–––
–––
100
0
0
58
-2.3
-64.9
-0.1
35.1
97.7
2.9
9.3
59
-0.3
-42.5
-0.001
57.5
99.7
0.6
1.0
60
0
–––
–––
–––
100
0
0
61
-1.1
-10.6
0.03
89.4
99.0
5.4
13.8
62
-0.0004
-100
-10-5
0
99.99
0.0004
0.03
63
0
–––
–––
–––
100
0
0
ΑΜ
-36.3
(1.6)
-28.2
(-28.5)
0
49.2
(71.5)
121.0
[84.4]
(92.1)
22.6
(17.8)
52.8
(37.0)
SD
116.8
52.7
5.611
30.9
291.2
[27.9]
30.3
140.8

Σημειώσεις:

(i). Με έντονους χαρακτήρες δηλώνονται τα εμπορεύματα θετικών ακαθάριστων αποταμιεύσεων ().

(ii). Mε κόκκινο χρώμα δηλώνονται τα εμπορεύματα ελλειμματικού εμπορικού ισοζυγίου () και, ταυτοχρόνως, συγκριτικού μειονεκτήματος ().

(iii). Με μπλε χρώμα δηλώνονται τα εμπορεύματα πλεονασματικού εμπορικού ισοζυγίου και, ταυτοχρόνως, συγκριτικού πλεονεκτήματος.

(iv). Με «*» δηλώνονται, στην πρώτη στήλη, τα εμπορεύματα, τα οποία εμφανίζουν «υψηλό» δείκτη συνολικής εξάρτησης από εισαγωγές, δηλαδή μεγαλύτερο από τον μέσο όρο ().

(v). Οι έντονες και οι διακεκομμένες οριζόντιες γραμμές δηλώνουν τους τομείς, υποτομείς και κλάδους της οικονομίας, όπως αυτοί αναφέρονται στο Παράρτημα Ι.

(vi). Τα AM και SD δηλώνουν την μέση τιμή και την τυπική απόκλιση του δείκτη, αντιστοίχως. Η εντός παρενθέσεως τιμή δηλώνει την σε όρους χρηματικής αξίας εκφρασμένη τιμή του δείκτη για το σύνολο της οικονομίας. Στην τρίτη από το τέλος στήλη, οι εντός αγκυλών αριθμοί είναι η μέση τιμή και η τυπική απόκλιση του δείκτη μετά την αφαίρεση του εμπορεύματος 32, το οποίο εμφανίζει αισθητά υψηλότερο δείκτη. Έτσι, επίσης, ο αντίστοιχος συντελεστής διακύμανσης μειώνεται κατά πολύ (από 2.4 σε 0.3), ενώ οι υπόλοιποι συντελεστές διακύμανσης δηλώνουν την ύπαρξη μάλλον υψηλής διασποράς, με την εξαίρεση εκείνου για τον δείκτη ενδο-εμπορευματικού εμπορίου (0.6).

Αναφορές

Laursen, K. (1998) Revealed comparative advantage and the alternatives as measures of international specialization, Danish Research Unit for Industrial Dynamics, Working paper 98-30, December 1998.

http://www3.druid.dk/wp/19980030.pdf

Mariolis, T. and Soklis, G. (2015) The Sraffian Multiplier for the Greek Economy: Evidence from the Supply and Use Table for the year 2010, Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών, Discussion Paper No. 142, Αθήνα, Ιούνιος 2015
http://www.kepe.gr/index.php/el/erevna/dimosieyseis/ergasies-gia-sizitise-el/item/2735-dp_142
(διευρυμένη εκδοχή του θα δημοσιευτεί στο: Review of Keynesian Economics)
Widodo, T. (2008) ‘Products Mapping’ and dynamic shift in the patterns of comparative advantage: Could India catch up China?, Hiroshima University of Economics Journal Economics and Business , 31, pp. 51-78.
1* Για σχόλια, προτάσεις και συζητήσεις είμαι υπόχρεος στους Gabriel Colletis, Γιάννη Θεοδοσίου, Θωμά Μούτο, Νίκο Ντεμίρογλου, Νίκο Ροδουσάκη και Γιώργο Σώκλη. Ορισμένες προτάσεις τους θα περιληφθούν σε νέα εκδοχή του παρόντος, η οποία αποτελεί τμήμα ευρύτερης, υπό ολοκλήρωση, εργασίας.
2 Επειδή, όπως ήδη αναφέρθηκε, η καθαρή εθνική αποταμίευση της ελληνικής οικονομίας είναι συστηματικά αρνητική, θα παρουσίαζε πρόσθετο ενδιαφέρον η εκτίμηση του αντίστοιχου δείκτη καθαρής αποταμίευσης. Ωστόσο, αυτό δεν είναι εφικτό, διότι οι διαθέσιμοι SIOTs και SUTs δεν ενσωματώνουν την μήτρα των αποσβέσεων.  
3 Στην βιβλιογραφία αναφέρεται, συνήθως, ως «δείκτης ενδοκλαδικού εμπορίου». Επειδή, όμως, η παρούσα διερεύνηση βασίζεται σε στοιχεία από τον SUT, ο οποίος απεικονίζει κλάδους συμπαραγωγής, αυτή η ονομασία δεν θα ήταν ακριβής.
4 Η σειρά παράθεσης των εμπορευμάτων στους δύο πίνακες γίνεται με βάση τον αύξοντα αριθμό τους στον Πίνακα Ι.1. Σημειώνεται, επίσης, ότι από τα ένδεκα διεθνώς μη εμπορεύσιμα εμπορεύματα, μόνον τα εμπορεύματα 23 («Υπηρεσίες επισκευής και εγκατάστασης μηχανημάτων και εξοπλισμού») και 44 («Υπηρεσίες διαχείρισης ακίνητης περιουσίας») εμφανίζουν θετικό δείκτη ακαθάριστης αποταμίευσης, ενώ τα υπόλοιπα εμφανίζουν μηδενικό δείκτη (βλέπε τον Πίνακα ΙΙΙ.2).
5 Δηλαδή, τα εμπορεύματα 15 («Βασικά μέταλλα»), 31 («Υπηρεσίες χερσαίων μεταφορών και μεταφορών μέσω αγωγών»), 33 («Υπηρεσίες αεροπορικών μεταφορών») και 48 («Υπηρεσίες διαφήμισης και έρευνας αγοράς»), για τα οποία ο δείκτης ενδο-εμπορευματικού εμπορίου κυμαίνεται μεταξύ 83.8 και 96.1.
6 Από το γράφημα θετικών αποταμιεύσεων έχουν αφαιρεθεί τα εμπορεύματα 28, 29 και 30, για τα οποία  Εάν περιληφθούν, τότε το  μειώνεται σε 0.35.
7 Βλέπε τις εξισώσεις (4) και (9) του Παραρτήματος ΙΙ.
8 Βλέπε την Ενότητα ΙΙ.3 του Παραρτήματος ΙΙ.
9 Όπως ακριβώς, για παράδειγμα, η χωρητικότητα ενός επίπεδου πυκνωτή δεν εξαρτάται από το ηλεκτρικό φορτίο του και τη διαφορά δυναμικού μεταξύ των οπλισμών του, αν και ορίζεται ως το σταθερό πηλίκο μεταξύ των τιμών αυτών των δύο μεγεθών. Η χωρητικότητα ενός επίπεδου πυκνωτή εξαρτάται ευθέως από το εμβαδόν της επιφάνειας των οπλισμών του και αντιστρόφως από την απόσταση μεταξύ αυτών.










11 Η περίπτωση  δεν αποκλείεται a priori. Συνεπάγεται ότι  (βλέπε εξίσωση (2)). Είναι, επίσης, δυνατόν η χρηματική αξία του συνόλου των εξαγωγών μίας χώρας να υπερβαίνει εκείνη του Α.Εγχ.Π. της ή, έστω, να αποτελεί μεγάλο (άνω του 70-80%) ποσοστό της. Σε αυτή την περίπτωση υφίστανται εκτεταμένες επανα-εξαγωγές, και τα παραδείγματα της Σιγκαπούρης (188% το 2014) και του Βελγίου (84% τo 2014) είναι χαρακτηριστικά.


Θεόδωρος Μαριόλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσθέστε τα σχόλια σας:

Σκοπός του μπλογκ αυτού είναι: Nα συγκεντρώσει τον προβληματισμό και τις προτάσεις για τη χάραξη μιας νέας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.


Έχουμε οδηγηθεί σε έναν πλήρη εκτροχιασμό από την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου, και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω", οπότε, ακόμη και αν ξαφνικά "βρέξει χρήματα", δεν θα επωφεληθούν παρά οι παρασιτικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση δεν θα ξεπεραστεί, εάν η χώρα δεν ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, την δημιουργική ψυχή - στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, αν δηλαδή δεν ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τα αδιέξοδα και να ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία¹.
"Δεν θα χαράξουμε όμως τέτοια στρατηγική χωρίς βαθιά συνείδηση, με γνώμονα πάντοτε τους καιρούς που ζούμε:
Πρώτον, του τι μας συμβαίνει, του βαθύτερου δηλαδή χαρακτήρα της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μας υπόσταση και στη συνολική συνακόλουθα μοίρα του Ελληνισμού.
Δεύτερον, του γιατί μας συμβαίνει, του πώς δηλαδή οι «χρυσοφόρες» δεκαετίες της μεταπολιτευτικής… χαύνωσης {των πολλών ευρωπαϊκών «πακέτων», της «Αλλαγής», του «εκσυγχρονισμού» και «της ισχυρής Ελλάδας»} μας οδήγησαν, ...στη μετανεωτερική υποτέλειά μας εντός της …Ευρωπαϊκής Ένωσης (με καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ισοτιμίας και ανεξαρτησίας στο πλαίσιό της!).
Τρίτον, τέλος, του πώς θα βγούμε από τα πνιγηρά αδιέξοδά μας και θα μπούμε στη δύσκολη τροχιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας, με πλήρη επίγνωση των απαιτούμενων σε βάθος χρόνου μεγάλων θυσιών από τον (καλά ενημερωμένο!) λαό μας."²