Προτάσεις για τον Νέο Αναπτυξιακό Νόμο. Της Μαργαρίτας Αντωνίου

Εισαγωγή-Ορισμοί

Όταν ονομάζουμε έναν Νόμο ως Αναπτυξιακό Νόμο υποτίθεται ότι μέσα από τα άρθρα του ορίζεται, διακρίνεται ή έστω τεκμαίρεται το Αναπτυξιακό Σχέδιο για τις οικονομικές δραστηριότητες της χώρας που αυτός αφορά. 

Όμως και αυτό δεν είναι σίγουρο πια. Διότι όπως έχουν διαμορφωθεί οι Αναπτυξιακοί Νόμοι την τελευταία εικοσαετία δεν είναι δυνατόν να διακριθεί ή αναδειχθεί οποιοδήποτε σχέδιο! Και αυτό είναι το πρώτο και βασικό πρόβλημα.

Αναπτυξιακοί Νόμοι με την μορφή των άμεσων επιχορηγήσεων δηλαδή της παροχής δωρεάν χρήματος από το Κράτος στους ιδιώτες άρχισαν να εφαρμόζονται στη χώρα μας λίγο πριν το 1980, αλλά πρακτικά ξεκίνησαν με το Νόμο 1262/1982 (οι προηγούμενοι 849/79 και 1116/1981 πρακτικά δεν είχαν μπορέσει να εφαρμοστούν λόγω της Κυβερνητικής αλλαγής).

Μέχρι τότε τα κίνητρα που δίδονταν στις ιδιωτικές επενδύσεις ήταν:


  1. Ατέλειες εισαγωγής στα εισαγόμενα παραγωγικά μηχανήματα (μέθοδος που σήμερα εφαρμόζεται σε όλα)
  2. Χαμηλότοκα δάνεια (concessional loans), τα οποία είχαν το παρατσούκλι ‘χαριστικά δάνεια’. Οι επιχειρήσεις είχαν έτσι εύκολη επιχειρηματική δανειοδότηση και ρευστότητα (υπενθυμίζεται ότι η παρακμή της μεθόδου ήταν ότι τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων λεηλατήθηκαν και οι κομπιναδόροι έπαιρναν χαμηλότοκα δάνεια και αντί να κάνουν επενδύσεις και ανάπτυξη παραγωγής τα έβαζαν σε προθεσμιακές καταθέσεις και κέρδιζαν άκοπα από τη διαφορά των τόκων).

Βέβαια το μεγαλύτερο κίνητρο εσωτερικής ανάπτυξης ήταν ο προστατευτισμός ο οποίος με τους δασμούς που επιβάλλονταν στις εισαγωγές προστατεύονταν τα εγχώρια προϊόντα.

Κάθε Κυβέρνηση την τελευταία 15ετία ξεκινά τη θητεία της με ένα νέο Αναπτυξιακό Νόμο που θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα και θα δώσει ώθηση κλπ κλπ. Στην πράξη μπαινοβγαίνουν είδη επενδύσεων (ή πολύ πολύ συγκεκριμένες επενδύσεις με ονοματεπώνυμο, συνήθως αποτέλεσμα συναλλαγής). 

Τα κίνητρα είναι:

1.     Άμεση επιχορήγηση ποσοστού του κόστους της επένδυσης και επιδότησης επιτοκίου.

2.     Φοροαπαλλαγές στα κέρδη μετά τη λειτουργία των επιχειρήσεων (οι φοροαπαλλαγές συναρτώνται από το ύψος της πραγματοποιηθείσας επένδυσης).

Από το 2010 παράλληλα με τους Αναπτυξιακούς Νόμους ‘τρέχουν’ και οι Νόμοι των Στρατηγικών Επενδύσεων οι επονομαζόμενοι ‘Φαστ Τρακ/Fast Track).  

Οι Νόμοι αυτοί αφορούν τις μεγάλες επενδύσεις ή πολύ σημαντικές επενδύσεις (ευρείας ερμηνείας) οι οποίες παράλληλα με τις επιχορηγήσεις απολαμβάνουν προνομιακού καθεστώτος (από άποψη προτεραιότητας και χρόνου στις αδειοδοτήσεις από όλες τις εμπλεκόμενες Δημόσιες Υπηρεσίες). Έχει συσταθεί Διεύθυνση στο Υπουργείο Ανάπτυξης που ασχολείται αποκλειστικά με τις αδειοδοτήσεις των μεγάλων επενδύσεων (διακίνηση εγγράφων και μελετών που φτάνει μέχρι έκδοση πολυάδειας από τον Υπουργό Ανάπτυξης).

Να πούμε ότι από το ΚΠΣ1 (1989-1993) παράλληλα με τον Αναπτυξιακό Νόμο ΄τρέχουν΄ άμεσες επιχορηγήσεις προς τις επιχειρήσεις μέσω ‘Αναπτυξιακών Εταιρειών’ που έχουν συσταθεί ad hoc από επιμελητήρια και Τράπεζες ή μέσω αποκλειστικά των Τραπεζών, ή μέσω του παλιού ΕΟΜΕΧ ή μέσω ΑΕ του δημοσίου (βλ. Ψηφιακές Συγκλίσεις ΑΕ). Ένα ποσοστό των πόρων που πηγαίνουν στις επιχειρήσεις είναι από τα Κοινοτικά Διαρθρωτικά Ταμεία (συνήθως το 50- 75% της επιχορήγησης). Επίσης ότι από τις επιχορηγήσεις που δίνονται μέσω του Αναπτυξιακού Νόμου ένα πολύ μικρό τμήμα υποβάλλεται στην ΕΕ και παίρνουμε ομοίως ένα ποσοστό από τα Διαρθρωτικά Ταμεία (συνήθως το 50- 75% της επιχορήγησης).

Πρότασή μου:

Προτάσεις (προς εμπλουτισμό)

Την αναγκαία οικονομική και κοινωνική βελτίωση ένας αναπτυξιακός νόμος μπορεί να την υπηρετήσει επικουρικά, δεν μπορεί όμως από μόνος του να την ικανοποιήσει. Θα πρέπει να ενταχθεί σε ένα ολοκληρωμένο αναπτυξιακό σχέδιο, δεκαετούς τουλάχιστον χρονικού ορίζοντα και να το υπηρετεί. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να αναπαραχθεί ένας αποσπασματικός τρόπος ανάπτυξης και να υπάρξει μια ακόμη σπατάλη πόρων. 

Κατά κοινή αναγνώριση, η ανάπτυξη, στην παρούσα ιστορική φάση, πρέπει να κατανοείται ως μια διαδικασία, όχι απλώς ποσοτικής μεγέθυνσης αλλά και μετασχηματισμού του υφιστάμενου παραγωγικού συστήματος με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης και αειφορίας. Αν και οι λόγοι γι αυτό θα μπορούσαν να θεωρηθούν αυτονόητοι, επισημαίνουμε ότι η αναπτυξιακή διαδικασία που διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες δεν είναι βιώσιμη, όπως δεν είναι βιώσιμη και η ανάπτυξη που δεν σέβεται το περιβάλλον. Η κρίση που ζούμε το πιστοποιεί. 

Είναι εξαιρετικής σημασίας η συσχέτιση του αναπτυξιακού νόμου με το υπόλοιπο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και τις υποδομές.

Η χρηματοδότηση του αναπτυξιακού νόμου πρέπει να είναι συμπληρωματική προς τη χρηματοδότηση των υποδομών και όχι να γίνει σε βάρος των τελευταίων. Θα ήταν εξαιρετικά αντιφατικό να επιχορηγούμε τις ιδιωτικές επενδύσεις σε βάρος των δημόσιων υποδομών όταν είναι δεδομένη η σημασία των τελευταίων στη βελτίωση της κοινωνικής παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας.

Ανάλογης σημασίας είναι και η εναρμόνιση του αναπτυξιακού νόμου με άλλα εργαλεία ή προγράμματα χρηματοδότησης, καθώς και με τη λειτουργία συνολικά του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αφού κανένας αναπτυξιακός νόμος δεν μπορεί να υποκαταστήσει το τελευταίο. Η αποδοτική εφαρμογή του αναπτυξιακού νόμου προϋποθέτει και απαιτεί και ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα το οποίο θα υπηρετεί και θα στηρίζει την πραγματική οικονομία και τις παραγωγικές επενδύσεις. Είναι αντιαναπτυξιακό, αντιεπιστημονικό και προϊόν διαπλοκής η επιχορήγηση δραστηριοτήτων στο παρελθόν που δεν προωθούσαν την επιχειρηματικότητα, δημιουργούσαν έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας, είχαν μηδενικές θέσεις εργασίας εμποδίζοντας τη ροή πόρων σε πραγματικά παραγωγικές επενδύσεις (πχ φωτοβολταϊκά).

Η κύρια μορφή ενίσχυσης των νέων επενδύσεων θα πρέπει να είναι τα φορολογικά κίνητρα και αυτά απόλυτα στοχευμένα.

Είναι προτιμότερο να ληφθούν έμμεσα μέτρα και ενδεικτικά παρατίθενται σημεία:

·         ένα σαφές και ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο εμπλεκόμενων Υπουργείων όπως Υπουργείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, ΥΠΕΚΑ, κ.λ.π. που θα μειώνει τη γραφειοκρατία τόσο στην ίδρυση όσο και στη λειτουργία των επιχειρήσεων,  
·         η ορθή χωροθέτηση και λειτουργία παραγωγικών ζωνών (χωροταξικός και πολεοδομικός σχεδιασμός),
·         η  δημιουργία ‘θερμοκοιτίδων’ υποβοήθησης και παροχής πληροφοριών στους νέους επιστήμονες,
·         τα γραφεία υποστήριξης επιχειρήσεων, 
·         η ίδρυση και λειτουργία συμπλεγμάτων (clusters) επιχειρήσεων όπως αναφέραμε, 
·         η ύπαρξη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού κλπ., 
τα οποία αποτελούν σταθερές δομές που βελτιώνουν ουσιαστικά και μακροπρόθεσμα  το επενδυτικό κλίμα. 

1.       Άμεσες επιχορηγήσεις θα πρέπει να προβλέπονται μόνο για επενδύσεις σε νέους επιλεγμένους, «καινοτομικούς» τομείς, κλάδους και μεθόδους της αναπτυξιακής μας πολιτικής και σε νέους επιστήμονες κατά προτεραιότητα. 

2.       Σήμερα με το κλείσιμο πολλών παραγωγικών μονάδων και την θέση σε αχρηστία πολύ αξιόλογου μηχανολογικού εξοπλισμού και υποδομής οι επιλέξιμες δαπάνες του αναπτυξιακού Νόμου θα πρέπει να αναδιαμορφωθούν και να δοθεί βαρύτητα στην επαναλειτουργία αξιόλογων μονάδων. Η επιχορήγηση νέων κτιριακών εγκαταστάσεων ή η επιχορήγηση αγοράς μόνο καινούργιου μηχανολογικού εξοπλισμού θα οδηγήσει σε απορρόφηση σημαντικών πόρων ενώ δεν θα απορροφηθεί το αργούν δυναμικό της χώρας. 

3.       Τα παραγόμενα προϊόντα των επιχορηγούμενων θα πρέπει να είναι υψηλής προστιθέμενης αξίας και επώνυμα. 

4.       Θα πρέπει να προηγούνται οι συνεργατικές επιχειρήσεις, έναντι των μεμονωμένων περιπτώσεων, όταν αυτές προωθούν την περιφερειακή ανάπτυξη με τη διασύνδεση επί μέρους παραγωγικών δραστηριοτήτων ή λειτουργούν πανελλαδικά σε συγκεκριμένους κλάδους. 

5.       Οι επιχειρήσεις έντασης εργασίας πρέπει να προωθούνται αλλά μόνο υπό την προϋπόθεση παραγωγής επώνυμου προϊόντος υψηλής προστιθέμενης αξίας. 

6.       Το σύστημα αξιολόγησης των προτάσεων θα πρέπει να είναι πολύ απλό διότι η εμπειρία του παρελθόντος έδειξε ότι τα πολλά κριτήρια τελικά αποπροσανατολίζουν το στόχο που είναι η επιλογή για χρηματοδότηση των καλύτερων προτάσεων. Βασικές αρχές θα πρέπει να είναι οι επενδυτές να είναι φερέγγυοι (δηλαδή να μην έχουν εμπλακεί σε οποιαδήποτε απάτη στο παρελθόν), οι φορείς του έργου να έχουν επιστημονική, τεχνική και επαγγελματική ικανότητα και εμπειρία (ως σύνολο), τα προϊόντα να ‘στέκουν’ στην ελληνική και διεθνή αγορά.

7.       Τα βασικά κριτήρια αξιολόγησης των προτάσεων μπορεί να είναι:
a.       Το παραγόμενο προϊόν να είναι υψηλής ελληνικής προστιθέμενης αξίας.
b.      Το παραγόμενο προϊόν να είναι  διεθνώς εμπορεύσιμο (εννοείται πιστοποιημένο). 
c.       Να αξιοποιείται υφιστάμενο αργούν μηχανολογικό δυναμικό 
d.      Να αξιοποιεί ελληνικό επιστημονικό δυναμικό, ελληνική τεχνογνωσία και ελληνική εμπειρία.
e.      Να αξιοποιεί ελληνικό εργατικό δυναμικό.
f.        Ο επενδυτής (ή η ομάδα επενδυτών) να είναι φερέγγυος.
g.       Να υπάρχει δυνατότητα ενδιάμεσου ελέγχου (να μην καταλήγουμε ύστερα από 2 χρόνια να υπάρχουν δεσμευμένοι πόροι για έργα που δεν θα γίνουν).
h.      Όλες οι αιτήσεις να γίνονται ηλεκτρονικά (υπάρχει εφαρμογή που ήδη χρησιμοποιείται) και όλη η πορεία των προτάσεων να ελέγχεται ηλεκτρονικά.

Ιδιαίτερα τη σημερινή εποχή, κατά την οποία οι δημόσιοι πόροι είναι εξαιρετικά περιορισμένοι και ο τραπεζικός τομέας φειδωλός, οι πόροι αυτοί θα πρέπει να χρησιμοποιούνται απόλυτα στοχευμένα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσθέστε τα σχόλια σας:

Σκοπός του μπλογκ αυτού είναι: Nα συγκεντρώσει τον προβληματισμό και τις προτάσεις για τη χάραξη μιας νέας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.


Έχουμε οδηγηθεί σε έναν πλήρη εκτροχιασμό από την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου, και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω", οπότε, ακόμη και αν ξαφνικά "βρέξει χρήματα", δεν θα επωφεληθούν παρά οι παρασιτικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση δεν θα ξεπεραστεί, εάν η χώρα δεν ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, την δημιουργική ψυχή - στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, αν δηλαδή δεν ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τα αδιέξοδα και να ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία¹.
"Δεν θα χαράξουμε όμως τέτοια στρατηγική χωρίς βαθιά συνείδηση, με γνώμονα πάντοτε τους καιρούς που ζούμε:
Πρώτον, του τι μας συμβαίνει, του βαθύτερου δηλαδή χαρακτήρα της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μας υπόσταση και στη συνολική συνακόλουθα μοίρα του Ελληνισμού.
Δεύτερον, του γιατί μας συμβαίνει, του πώς δηλαδή οι «χρυσοφόρες» δεκαετίες της μεταπολιτευτικής… χαύνωσης {των πολλών ευρωπαϊκών «πακέτων», της «Αλλαγής», του «εκσυγχρονισμού» και «της ισχυρής Ελλάδας»} μας οδήγησαν, ...στη μετανεωτερική υποτέλειά μας εντός της …Ευρωπαϊκής Ένωσης (με καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ισοτιμίας και ανεξαρτησίας στο πλαίσιό της!).
Τρίτον, τέλος, του πώς θα βγούμε από τα πνιγηρά αδιέξοδά μας και θα μπούμε στη δύσκολη τροχιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας, με πλήρη επίγνωση των απαιτούμενων σε βάθος χρόνου μεγάλων θυσιών από τον (καλά ενημερωμένο!) λαό μας."²