Η οικιακή οικονομία στην Αίγινα: το χωραφάκι, ο κήπος, η βάρκα, η κότα κι η κατσίκα. Της Ομάδας Προβληματισμού και Παρέμβασης στην Αίγινα

Το πέμπτο μέρος της έρευνας της Ομάδας Προβληματισμού και Παρέμβασης στην Αίγινα για την αγροτική ιστορία και τις σημερινές δυνατότητες του νησιού.

Απέναντι στην πολυδιάστατη κρίση που περνάμε, κεντρική σημασία αποκτά η ανασυγκρότηση της παραγωγής με βάση τις σημερινές εναπομείνασες δυνατότητες. Αυτές, δεν είναι άλλες από τις ζωντανές δυνάμεις ανθρώπων που, συνεργατικά και φιλικά, θα δώσουν το ανάλογο νόημα στην παραγωγή των αγαθών, κραδαίνοντας τη σκυτάλη από την ιστορία και τους παλιούς που ακόμα ζούνε στο νησί. Οι σχέσεις εμπιστοσύνης και η αλληλεγγύη, η γνώση και ο μόχθος, θα συμβάλουν στο φτιάξουμε μια τοπική οικονομία που θα διαπλατύνεται και θα συνθέτει στο διάβα της τη ζωή και την επιβίωση. Μια σειρά επιστολών θα επιδιώξουν να συμβάλουν σε μια σοβαρή συζήτηση μετάβασης σε δρόμους σύγχρονους και συνάμα βιώσιμους. Θέλουμε μια Αίγινα που θα κρατά τα παιδιά της στο νησί και θα τους δίνει τη δυνατότητα να αναπτύξουν δημιουργικά τις παραγωγικές τους ικανότητες σε μια φιλική-συνεργατική οικονομία.

Αν η οικιακή οικονομία είχε αρχίσει να φθίνει, αντιστρόφως ανάλογα, με την αύξηση του ενδιαφέροντος για τον τουρισμό και τις συμπαρομαρτούσες μορφές (οικοδομή, εμπόριο, ψυχαγωγία) οι οποίες ανάπνεαν από αυτόν και ταυτοχρόνως στον στήριξαν, στις μέρες μας η Αίγινα εξέπληξε τον ίδιο της τον εαυτό με την «επανάσταση της ελιάς» και την «εξέγερση των πουλερικών». Ήταν δυο εκφράσεις μιας μικρής τομής, εκφράσεις οι οποίες αναδεικνύουν το ενδιαφέρον και την αναζήτηση των τοπικών μας κοινοτήτων γύρω από ένα τμήμα της οικονομίας που συνεργεί με την επίσημη. Ακόμα αυτήν την περίοδο στέκεται και ως ένα πρότυπο, αν και λιγοστό, για την κοινωνική συνοχή και ασφάλεια απέναντι στην απειλή της επισιτιστικής κρίσης και ιδιαίτερα μετά την υπαγωγή της Ελλάδας στο Κουαρτέτο –πια κι όχι Τρόικα- των ξένων δανειστών όπως και σε ένα τρίτο μνημόνιο ιδιαιτέρως επαχθές.

Αυτές οι δυο εκφράσεις έλαβαν χώρα στην ίδια φάση: Η «επανάσταση της ελιάς» από τα τέλη του 2011, αξιοποίησε όλη την εμπειρία ενός νησιού, που από το 19ο αιώνα εξήγε λάδι, κάνοντας τα λιοτρίβια να τραγουδάνε νυχθημερόν την περίοδο μαζέματος. Η «εξέγερση των πουλερικών» ήταν η «εισβολή» στο δημαρχείο, το καλοκαίρι του 2013, πολλών ανθρώπων που μόνοι τους σταμάτησαν ή αδρανοποίησαν κάθε επιδίωξη να τεθεί εκτός νόμου η εκτροφή οικόσιτων ζώων. Αυτά τα δυο δείγματα αποκαλύπτουν ένα μικρό μετασχηματισμό προς την τόνωση της οικιακής οικονομίας η οποία από άποψη λειτουργίας κατέχει ένα ανυπολόγιστο αλλά ασφαλές ποσοστό συμμετοχής στην πραγματική οικονομία ενώ διαπαιδαγωγεί και εκπαιδεύει ολοένα και περισσότερα κοινωνικά μέλη στην παραγωγική διαδικασία και στους κύκλους της τροφής και της φύσης. Έτσι, ένα σύνολο κόσμου επανεμφανίζεται, χωρίς ηχηρές διακηρύξεις, συνεχίζοντας την ανέλπιδη προσπάθεια των μεγαλυτέρων ή των παλιών συμπατριωτών μας, που κόντρα στο τουριστικό ρεύμα συνέχιζαν «χωρίς λόγο και αιτία» να ποτίζουν το περιβόλι, να βάζουν πατάτα, ντομάτα και πιπεριά, να έχουν κότες και κατσίκα, να καλάρουν τη βάρκα και να τη συντηρούν στο μικρό καρνάγιο της Αύρας, να μαζεύουν «ματαίως» τις ελιές.

Κι αυτά γινόντουσαν «χωρίς λόγο και αιτία». Αφού το φιστίκι ως τουριστικό προϊόν ήταν αυτό που θα μπορούσε κανείς να καλλιεργεί ως ΠΟΠ και αντικείμενο ζήτησης των επισκεπτών μας, αφού κρέας εκτροφείων και ραφιναρισμένο λάδι βρίσκουμε στο σούπερ μάρκετ, αφού μαναβικά αγοράζουμε από την Αργεντινή, τη Χιλή, την Ισπανία, την Τουρκία και την Κίνα, αφού ψάρια βρίσκουμε από τη Σενεγάλη και το Μαρόκο. 

Ποιος ο λόγος να έχουμε πηγάδι αφού μπορεί να γίνει βόθρος για το δίπατο που χτίστηκε; Ποιος ο λόγος να μαζεύουμε τα αποφάγια για τις κότες και να «είμαστε μες στη βρώμα»; Ποιος ο λόγος να μη βάλουμε γκαζόν στον κήπο και καλλωπιστικά; 
Ποιος ο λόγος να συντηρούμε τη βάρκα και να μην τη «σπάσουμε» και να πάρουμε τα κάποια χιλιάρικα ευρώ της ΕΕ; 
Ποιος ο λόγος να έχουμε κότες που δεν μπορούμε να πάρουμε ανάσα από την κοπριά και την κουτσουλιά; 
Γιατί να μην έχουμε και ένα και δυο και τρία σκυλάκια, που θα ζουν ανάμεσα στο σαλόνι και στον κήπο και θα τα βγάζουμε έξω συζητώντας για αυτά σαν να είναι μέλη της οικογένειας; 
Ποιος ο λόγος να συντηρούμε το χωράφι αφού, ούτε μπορεί να πουληθεί, ούτε μπορεί να χτιστεί; 
Υπάρχει λόγος σοβαρός, πλέον, για όλα αυτά που ήταν «χωρίς λόγο και αιτία» στο εδώ και λίγες δεκαετίες παρελθόν μας.

Η οικιακή οικονομία στην Αίγινα είναι ο πρόναος της παραγωγικής Αίγινας και των δυνατοτήτων της.
Παρόλη αυτήν την, χωρίς εντυπωσιασμούς, αναθέρμανση της οικιακής οικονομίας, με όλες τις δυνατότητες που προσφέρει για ένα πρότυπο μιας κοινοτικής οικονομίας, οφείλουμε να σκύψουμε τόσο στους όρους με τους οποίους αυτή πραγματοποιείται αλλά και στα όρια τα οποία αυτή έχει, με στόχο να αποτελέσει ένα πρακτικό και εκπαιδευτικό δείγμα παραγωγικής ανασυγκρότησης. Αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με γνώμονα ένα συνολικό προσχέδιο αυτής της στροφής από το παρασιτικό στο παραγωγικό, με σημερινούς όρους και δυνατότητες, εκσυγχρονίζοντας τη γνώση και τη μνήμη των παλιών.
Νέες δυνατότητες και οριοθετήσεις μπορούν να στραφούν αυτήν την κατεύθυνση:
-Η οικιακή οικονομία είναι πρότυπο αλλά δεν είναι προορισμός, καθότι λίγο μπορεί να συμβάλει στο κοινωνικό εισόδημα. Εκπαιδεύει όμως τα κοινωνικά μέλη σε μια κουλτούρα παραγωγική που μπορούν να μαθαίνουν να είναι πρακτικώς χρήσιμα και να αξιοποιούν τις νέες τεχνολογίες με τις οποίες έχουμε μετατρέψει την κοινωνικότητα σε έναν κοινωνικό αυτισμό κι έχουν περιπέσει σε μια ουσιαστική κοινωνική αχρηστία. Οι νέοι άνθρωποι μαθαίνουν να ικανοποιούνται από το γεγονός ότι προσφέρουν στο σύνολο.
-Η οικιακή οικονομία αποθησαυρίζει τις «χωρίς λόγο και αιτία» γνώσεις των παλιών και τις δικτυώνει σε μια τοπική κοινωνία τερματίζοντας ολοένα τη σύγχυση σε πρακτικά ζητήματα. Το καφενείο και η "πιάτσα" της γειτονιάς δεν είναι μόνο για κουτσομπολιό ή για να παρακολουθεί κανείς ποδοσφαιρικά ματς και σίριαλ. Μπορεί να γίνουν γόνιμοι τόποι διοχέτευσης της εμπειρίας για το Α και το Β του περιβολιού, του ορνιθώνα, της βάρκας και του μελισσιού.
-Η οικιακή οικονομία συνδέεται με την πραγματική οικονομία αφού τόσο σε επίπεδο παραγωγής όσο και σε επίπεδο μεταποίησης μπορεί να είναι πρότυπο μιας μικρής οικογενειακής μονάδας. Τα εκπαιδευμένα μέλη της μπορούν να στηρίξουν απόπειρες συγκρότησης της παραγωγικής διαδικασίας της Αίγινας, καθότι εμπνεόμενα από τις ενίοτε μη χρηματικές συναλλαγές της, μπορούν να αναπτύξουν συνεργατικές και φιλικές οικονομικές δομές.
-Η «οικιακή οικονομία» είναι και μάθημα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση που οφείλει να αναβαθμιστεί και να ενταχθεί σε όλες τις βαθμίδες ως ένα φρούριο άμυνας μιας νεολαίας στο να πάρει τις τύχες της ζωής της στα χέρια της, ειδικά αυτήν την περίοδο που την προορίζουν στη στρατολόγηση ανέργων ειδικευμένων στο τουίτερ και στο φέισμπουκ.

Συμπέρασμα: Η οικιακή οικονομία, σμίκρυνση της μικτής οικονομίας της Αίγινας που βασίστηκε στην ένταση της παραγωγικής εργασίας, ξεκίνησε να ξεριζώνεται με την είσοδο του τουρισμού, της οικοδομής και του εμπορίου-ψυχαγωγίας. Η αναγκαία επανεμφάνισή της σημασιοδοτεί άμυνα από τη μεριά της κοινωνίας και συχνά λιγοστή καθότι ακόμα εκτρέφονται παραπλανητικοί μύθοι από την πλευρά της κυρίαρχης πολιτικής και του αυτοδιοικητικού μας συστήματος ή παραγνωρίζεται η κομβική της σημασία. 

Συνεπώς, οι τοπικές μας κοινωνίες οφείλουν να αναζητήσουν ένα πολιτικό βίο που θα βασίζεται σε διεκδικήσεις λογικές και συμβατές με μια ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας τους:
1) Ένταξη σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες και αναβάθμιση του μαθήματος της Οικιακής Οικονομίας.
2) Χρηματοδότηση της οικιακής στέρνας όπου αυτή μπορεί να δομηθεί.
3) Δημιουργία δημοτικού ινστιτούτου για τον πρωτογενή τομέα (γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία, μελισσοκομία) συγκέντρωσης της γνώσης, παροχής συμβουλών όπως και συστηματικού φυτωρίου και εκτροφείων.
4) Δημιουργία δημοτικών χώρων περισυλλογής οργανικών απορριμμάτων για τη μετατροπή τους σε φυσικό λίπασμα και διάθεσή τους στα νοικοκυριά και σε επαγγελματίες γεωργούς. Πρόκειται την πιο αποτελεσματική διαχείριση, σε επίπεδο γειτονιάς και χωριού, για το ζήτημα της περιβόητης ανακύκλωσης η οποία νοηματοδοτεί την καθημερινότητα και αποσοβεί δαπανηρές επιχειρηματικές επενδύσεις. Φυσικό λίπασμα και ζωοτροφές είναι παραγόμενο όφελος για τις τοπικές μας κοινωνίες.
5) Δημιουργία δημοτικής επιτροπής παραγωγικής ανασυγκρότησης Αίγινας με στόχο το σχεδιασμό μιας συνολικής πρότασης για το νησί. Με τη συνδρομή επιστημόνων που πραγματικά πασχίζουν θα αξιοποιείται η εμπειρογνωμοσύνη του παλιού αιγινήτη, και θα μπαίνει στο δημοτικό προγραμματισμό η ενίσχυση κάθε παραγωγικής προσπάθειας που θα εμπίπτει σε ένα σχέδιο για την οικονομική αυτοδυναμία του νησιού μας σε αγαθά.
Κάθε κατάθεση πρότασης, σε αυτήν κατεύθυνση είναι αναγκαία και πολύτιμη. Για το μέλλον μας.

Ομάδα Προβληματισμού και Παρέμβασης στην Αίγινα.


διαβάστε επίσης το

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσθέστε τα σχόλια σας:

Σκοπός του μπλογκ αυτού είναι: Nα συγκεντρώσει τον προβληματισμό και τις προτάσεις για τη χάραξη μιας νέας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.


Έχουμε οδηγηθεί σε έναν πλήρη εκτροχιασμό από την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου, και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω", οπότε, ακόμη και αν ξαφνικά "βρέξει χρήματα", δεν θα επωφεληθούν παρά οι παρασιτικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση δεν θα ξεπεραστεί, εάν η χώρα δεν ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, την δημιουργική ψυχή - στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, αν δηλαδή δεν ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τα αδιέξοδα και να ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία¹.
"Δεν θα χαράξουμε όμως τέτοια στρατηγική χωρίς βαθιά συνείδηση, με γνώμονα πάντοτε τους καιρούς που ζούμε:
Πρώτον, του τι μας συμβαίνει, του βαθύτερου δηλαδή χαρακτήρα της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μας υπόσταση και στη συνολική συνακόλουθα μοίρα του Ελληνισμού.
Δεύτερον, του γιατί μας συμβαίνει, του πώς δηλαδή οι «χρυσοφόρες» δεκαετίες της μεταπολιτευτικής… χαύνωσης {των πολλών ευρωπαϊκών «πακέτων», της «Αλλαγής», του «εκσυγχρονισμού» και «της ισχυρής Ελλάδας»} μας οδήγησαν, ...στη μετανεωτερική υποτέλειά μας εντός της …Ευρωπαϊκής Ένωσης (με καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ισοτιμίας και ανεξαρτησίας στο πλαίσιό της!).
Τρίτον, τέλος, του πώς θα βγούμε από τα πνιγηρά αδιέξοδά μας και θα μπούμε στη δύσκολη τροχιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας, με πλήρη επίγνωση των απαιτούμενων σε βάθος χρόνου μεγάλων θυσιών από τον (καλά ενημερωμένο!) λαό μας."²