Χρέος, παραγωγή και Αριστερά, του Βαγγέλη Πισσία


Τρία μεγάλα προβλήματα
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Τρία προβλήματα, μεταξύ τους αλληλένδετα, που αλληλοκαθορίζονται. Όμως, ένα από αυτά έχει τον πρώτο και τον τελευταίο, τον υπερκαθοριστικό, λόγο.
Όπου χρέος η παρούσα κατάσταση, η τάση αλλά και η δυναμική του ελληνικού χρέους. Όπου παραγωγή η παρελθούσα και παρούσα κατάσταση καθώς και η δυναμική της εγχώριας παραγωγής. Όπου Αριστερά, για το παρόν άρθρο τουλάχιστον, η «κυβερνώσα» Aριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ, η τάση και η δυναμική του.
Στην Γενική εισαγωγή της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, στα Grundrisse, ο Μαρξ θέτει ως πρωταρχικό σκοπό τον καθορισμό της θεμελιώδους έννοιας της πολιτικής οικονομίας, κατ’ αυτόν της παραγωγής, νοούμενης ως ιστορικο-κοινωνικό φαινόμενο.
Για την πραγματοποίηση αυτού του σκοπού ο Μαρξ επεξεργάζεται την μέθοδο που θα του επιτρέψει να μελετήσει τις εσωτερικές σχέσεις και τους δεσμούς συνάρθρωσης των τεσσάρων βασικών φαινομένων που αποτελούν το αντικείμενο της πολιτικής οικονομίας. Δηλαδή της παραγωγής, της κατανάλωσης, της διανομής και της ανταλλαγής (κυκλοφορίας) εμπορευμάτων και χρήματος).
Η μέθοδος αυτή, για τον Μαρξ δεν μπορεί να είναι άλλη από την κριτική της προηγηθείσας των ημερών του κλασσικής πολιτικής οικονομίας. Της κλασσικής πολιτικής οικονομίας που θεμελιώθηκε ως θεωρητικό σώμα από τους Α. Σμιθ και Ντ. Ρικάρντο αλλά και με τη συνεισφορά σημαντικών οικονομολόγων του 18ου έως και της αρχής του 19ου αιώνα. Η κριτική μέθοδος που υιοθετήθηκε από τον Μαρξ στο έργο του αυτό είναι, στην ουσία της, μια αντι-μέθοδος καθώς αποσκοπεί στη θετική ανασυγκρότησή του θεωρητικού σώματος της πολιτικής οικονομίας του καιρού του, μέσω της πολεμικής, της αποδόμησης και του επαναπροσδιορισμού των εννοιών που συγκρότησαν το θεωρητικό σώμα της κλασικής πολιτικής οικονομίας.
Η κριτική του παρόντος κειμένου υιοθετεί την πιο πάνω μέθοδο. Επιχειρεί, δηλαδή, τον επανακαθορισμό των εννοιών που συγκροτούν τον κεντρικό πολιτικό λόγο της κυβερνώσας -όπως αποκαλείται- Αριστεράς. Αφενός μέσω της αποδόμησής τους και αφετέρου μέσω της επανεξέτασης των μεταξύ τους εσωτερικών δεσμών, με σκοπό την -κατά το δυνατόν- θετική ανασυγκρότηση τόσο του πολιτικού της λόγου όσο και του πρακτικού της έργου.
Καθώς το παρόν κείμενο πραγματεύεται την εσωτερική σχέση του φαινομένου της εν Ελλάδι (μαραζωμένης) παραγωγής και του φαινομένου του ελληνικού (υπερδιογκούμενου) χρέους, τις τελευταίες δεκαετίες, καθώς ακόμη πραγματεύεται τον τρόπο που η ελληνική Αριστερά αντιλαμβάνεται τα φαινόμενα αυτά (χρέος, παραγωγή) στις μέρες μας, η προηγηθείσα μικρή εισαγωγή μπορεί να αποδειχθεί στον αναγνώστη του παρακάτω άρθρου χρήσιμη.
Τέσσερα χρόνια πέρασαν από τότε που ξέσπασε η κρίση. Βρισκόμαστε πάλι σε παραμονές εκλογών κι ο λόγος, θεωρητικός και πρακτικός, των πολιτικών κομμάτων για την λειτουργία του οικονομικού-παραγωγικού συστήματος και για την οικονομική πολιτική της χώρας, παραμένει ανύπαρκτος. Υπό την εξής, ωστόσο, αίρεση: Η κυβερνώσα τα χρόνια της κρίσης παράταξη, δεν αρθρώνει μεν λόγο αλλά τουλάχιστον προτείνει την παλιά γνωστή της συνταγή.
Ο πρωθυπουργός ήταν σαφής. Θα χρειαστούν (δήλωσε πως θα υπάρξουν) 41 δισ., ώστε να προχωρήσουν τα μεγάλα έργα: Λιμάνια, σιδηρόδρομος, αυτοκινητόδρομοι, σήραγγες και ό,τι άλλο θελήσουν οι εθνικοί εργολάβοι, θα ιδιωτικοποιηθούν ή εκχωρηθούν υποδομές, θα αναπτυχθούν το real estate και ο τουρισμός, 700.000 νέες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν (και όχι 300.000 που εξήγγειλε ο ΣΥΡΙΖΑ). Η μεταποίηση και η γεωργία θα παραπεμφθούν σε ευρωπαϊκά ταμεία, ιδού η εξωγενής κατά βάσει οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Την ίδια, πάνω- κάτω, συνταγή προτείνει και κυβερνητικός του εταίρος, το πάλαι ποτέ κραταιό ΠΑΣΟΚ, που τώρα τελευταία αναφέρεται και στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, με τη γνωστή από γεννήσεώς του ροπή προς τη λογοκλοπή και την πολιτική αναίδεια.
Αυτά προβάλλει για την παραγωγή η συγκυβέρνηση ως εάν η βαθμιαία εγκατάλειψη, οι στρεβλώσεις και προπαντός η αποσύνθεσή της να μην συντελέστηκαν, με σύστημα και μέθοδο -οι προμήθειες να ‘ναι καλά – επί των ημερών της, ιδιαίτερα μετά από την πρώτη κυβερνητική θητεία του ΠΑΣΟΚ (από το 1985 έως και σήμερα).

Και η Αριστερά;
Αντί για μια περιεκτική πολιτική κριτική που να αντιπαραθέτει τον λόγο και το σχέδιο τής προοριζόμενης να κυβερνήσει Αριστεράς, στον ανύπαρκτο λόγο και στο χρεοκοπημένο σχέδιο της αποσυρόμενης κυβέρνησης, επί θεμάτων οικονομικής στρατηγικής και μέτρων πολιτικής, γινόμαστε μάρτυρες μιας ατέρμονης συζήτησης για το χρέος και για τη δανειακή σύμβαση. Μια συζήτηση κομμένη και ραμμένη για τηλεοπτικά παράθυρα, που ανάγει από εκεί και πέρα το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας σε πρόβλημα καταστροφικής ή αντίθετα θαυματουργής διαπραγμάτευσης.
Μια συζήτηση από την οποία απουσιάζει ολότελα το οικονομικό υπόδειγμα, το οικονομικό σχέδιο και οι συνακόλουθες, κατάλληλα επεξεργασμένες οικονομικές εφαρμογές που θα μπορούσαν να δώσουν ώθηση σε συγκεκριμένες παραγωγικές οικονομικο-κοινωνικές δραστηριότητες.
Μια συζήτηση από την οποία, πολύ περισσότερο, απουσιάζουν οι «παντός καιρού» ειδικές οικονομικές πολιτικές, αυτές «που σώζουν» όταν ξεσπάει τρικυμία. Πολιτικές που αξιοποιούν αλλά συνάμα διαμορφώνουν και εμβαθύνουν στο φυσικό, στο ανθρώπινο και ειδικότερα στο τεχνικό-επιστημονικό συγκριτικό πλεονέκτημα μιας χώρας.
Μια συζήτηση, τέλος, υποχρεωτική τώρα που η χώρα μας πρέπει να παλέψει σκληρά για να επιβιώσει ως οικονομική-παραγωγική οντότητα, σε μια εποχή ριζικής αναδιάρθρωσης του εθνικού, περιφερειακού και διεθνούς καταμερισμού εργασίας, σ’ έναν κόσμο που συγκλονίζεται και αδιάκοπα αλλάζει.
Αντί, συνεπώς, για μια συζήτηση που να εισχωρεί στην καρδιά του ελληνικού οικονομικού προβλήματος και των εξωγενών ή ενδογενών αδυναμιών του, γινόμαστε μάρτυρες, όλον αυτόν τον καιρό, μιας συζήτησης φτωχής σε νόημα, που πείθει μόνον εκείνους που θέλουν να πεισθούν και όχι εκείνους που βασανιστικά αναζητούν τρόπο για να απαλλαγούν από τον βαθύ σκεπτικισμό τους. 

Το χρέος και η συγκυρία
«Το χρέος δεν είναι βιώσιμο, αυτή ήταν και είναι η πάγια θέση μας, με αυτήν απαντάμε στην κυβέρνηση που υποκλίνεται στους τροϊκανούς»… «Αν δεν παραγραφεί, ολόκληρο ή κατά το μέγα μέρος του, ανάπτυξη στη χώρα δεν θα υπάρξει».. 
«Πάντων χρέος κρατεί» λοιπόν και όχι «νους» όπως έλεγε ο Αναξαγόρας… και υπέρτατος σκοπός η διαγραφή του, κάτι σαν… «διαγραφή του χρέους ή θάνατος», κατά την επικρατούσα, όπως φαίνεται, εγχώρια πολιτική αντίληψη…
Αντίληψη η οποία δεν διαχέεται από σεσημασμένους μονεταριστές οικονομολόγους ούτε από ένα, κάποιο, συντηρητικό ή νεοφιλελεύθερο κόμμα, αλλά, από την μείζονα καθ’ ημάς αντιπολίτευση, αυτήν που αυτοαναφέρεται στον αριστερό, ριζοσπαστικό χαρακτήρα και προσανατολισμό της. Όμως, η μονοσήμαντη, εμμονική και μάλλον ηττοπαθής αυτή αναφορά στο πρόβλημα του χρέους, όχι μόνον αριστερή ή ριζοσπαστική δεν είναι, αλλά ούτε και πολιτικά ή οικονομικά ουδέτερη.
Γιατί, αυτή καθαυτή η συζήτηση για τη βιωσιμότητα του χρέους, αυτός καθαυτός ο ισχυρισμός ότι «χωρίς διαγραφή του χρέους η οικονομία της χώρας δεν θα μπορέσει να αναπτυχθεί», όχι μόνο απαξιώνει την διαπραγματευτική δυνατότητα της χώρας αλλά και περιθωριοποιεί το πράγματι θεμελιώδες πρόβλημα της βιωσιμότητας της ελληνικής παραγωγής, παρά και ενάντια στο όποιο χρέος. Γιατί αυτή η μονοσήμαντη αναφορά στο δευτερογενές πρόβλημα του χρέους εκτοπίζει από την πολιτική αναμέτρηση το πρωτογενές πρόβλημα της πραγματικής οικονομίας.
Η κεντρική πολιτική θέση του ΣΥΡΙΖΑ, που διαχέεται από πολλά στελέχη του με εκφορά λόγου θεολογικά «αποκαλυπτική», αφορά τον ισχυρισμό ότι το χρέος της Ελλάδας εκτός από δυσβάστακτο είναι και μη βιώσιμο και το γεγονός αυτό πρέπει να το αποδεχτούν (ρητά ή έστω άρρητα) οι δανειστές της χώρας. Ο ΣΥΡΙΖΑ με τη διατύπωση και μόνο της θέσης του αυτής προς τους εξωτερικούς δανειστές της χώρας θέλει να πιστεύει ότι φτάνει στη μισή λύση του προβλήματος. Πιστεύει ακόμη ότι η όποια αποδοχή του από αυτούς συνεπάγεται και αποδοχή εκ μέρους τους ευεργετικών ρυθμίσεων για την ολοκληρωτική του λύση. Απατάται όμως ο ΣΥΡΙΖΑ, και μάλιστα διπλά, για τους εξής λόγους.
Ο πρώτος αφορά στο γεγονός ότι η αποδοχή της θέσης του ΣΥΡΙΖΑ προϋποθέτει συμφωνία με τους δανειστές στα κριτήρια οικονομικής και κοινωνικής βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Πράγμα δύσκολο, αν όχι αδύνατο, για όσους γνωρίζουν τις ακραία αντιτιθέμενες απόψεις που επικρατούν στο ζήτημα αυτό τόσο μεταξύ οικονομολόγων όσο και μεταξύ χρηματοπιστωτικών οργανισμών. Η μέθοδος της πειθούς, σε κάθε διαπραγμάτευση, όπως και η έκθεση λογικών, καλόκαρδων επιχειρημάτων έχουν βέβαια τη χρησιμότητά τους, όμως η ουσιαστική ενασχόληση με τα δύσκαμπτα αντεπιχειρήματα της άλλης πλευράς έχει και αυτή την ξεχωριστή αξία της.
Τα αντεπιχειρήματα αυτά, στην περίπτωση του αιτήματος πρόσθετης διαγραφής σημαντικού μέρους του ελληνικού χρέους, δεν είναι ούτε λίγα ούτε αστήρικτα. Αντίθετα, έχουν υπόβαθρο ισχυρό, καθώς αφορούν (άμεσα ή έμμεσα) την κοινή γνώμη και στις αποφάσεις ξένων κρατών που θα ληφθούν μέσω των δικών τους εσωτερικών κοινοβουλευτικών διαδικασιών. Εξαρτώνται, συνεπώς, από την όποια γνώμη τους για το ελληνικό κράτος και στις οικονομικές και προνοιακές του πολιτικές.
Σχετικά με το ζήτημα αυτό, πέρα από την ιδιοτέλεια της κάθε ξένης κοινής γνώμης ή το συμφέρον της κάθε ξένης κυβέρνησης, η αυτογνωσία του ελληνικού λαού (στο βαθμό που υπάρχει) αναδεικνύει αλήθειες πικρές, που αφορούν την κατάσταση της πραγματικής οικονομίας της χώρας, στην συρρίκνωση των σημαντικότερων παραγωγικών τομέων της, στην ανισόμετρη ανάπτυξη άλλων, στις στρεβλώσεις, στις αγκυλώσεις, στην υψηλή τριτογενοποίηση, στον παρασιτισμό, στον αεριτζιδισμό, στα έργα και τις ημέρες της ευγενούς τάξης των λαμογίων, σε «αμαρτίες» δηλαδή γνωστές και ομολογημένες, με ανομολόγητο ίσως το γεγονός ότι αυτές συνέβαιναν στη χώρα μας ενόσω αύξανε γοργά το συνολικό εθνικό αλλά και το κατά κεφαλήν εισόδημα των πολιτών της…
Όσο και αν επιθυμεί να αρνηθεί κανείς την αλήθεια μεγεθών που αφορούν σε οικονομικο-κοινωνικούς δείκτες και μέσους όρους, αποτελεί αδιάψευστο γεγονός πως η χώρα μας ήταν πριν λίγα χρόνια και παραμένει ακόμη και σήμερα χώρα υψηλού μέσου κατά κεφαλήν εισοδήματος. Χώρα που καταλαμβάνει μια καλή θέση στο ρετιρέ του 20% χωρών με το υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα [1], χώρα που δεν μπορεί, συνεπώς, να αιτιολογήσει την ανθρωπιστική καταστροφή ενός τμήματος του πληθυσμού της παρά μόνον -ή κυρίως- με την άνιση κατανομή του εθνικού της εισοδήματος. Είτε μέσω των διαδικασιών διανομής και αναδιανομής του, είτε μέσω των διεργασιών αποδυνάμωσης, έως και αποσύνθεσης, του κοινωνικού κράτους.
Εν κατακλείδι, η ένταση της κρίσης και η φτώχεια που πλήττει ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας εξηγείται με την σχετική και απόλυτη ευμάρεια, ακόμη και σε συνθήκες όπως οι σημερινές, ενός όχι ευκαταφρόνητου αριθμητικά προνομιούχου τμήματός της [2].
Άλλα αντεπιχειρήματα, ίσως λιγότερο γνωστά, αφορούν το χρέος, την οικονομική λειτουργία του και τις φαινομενικά παράδοξες πτυχές της ιστορίας του, όταν χρησιμοποιήθηκε (και χρησιμοποιείται) ως μοχλός για τον εκχρηματισμό της οικονομίας (διείσδυση του χρήματος και επέκταση της κυκλοφορίας του) και την ανάπτυξη της εμπορευματικής παραγωγής, ιδιαίτερα σε χώρες με φυσικό πλούτο σημαντικό και, συνάμα, χαμηλή παραγωγικότητα. Σε χώρες, δηλαδή, με υποτονικό και στρεβλό καθεστώς συσσώρευσης. Πρόκειται, βέβαια, για αντεπιχειρήματα που προέρχονται από άλλους κύκλους πεποιθήσεων και δοξασιών…
Δεν αποτελούν, όμως, όσα πιο πάνω εκτίθενται για το χρέος και το «παίγνιο» της διαπραγμάτευσή του, το κύριο θέμα του παρόντος άρθρου.

Το ζήτημα του χρέους και της παραγωγής στην οικονομική θεωρία 
Ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του οικονομικού επιτελείου του ΣΥΡΙΖΑ ότι «χωρίς διαγραφή του χρέους η οικονομία της χώρας δεν θα μπορέσει να αναπτυχθεί», κρινόμενος από τη σκοπιά των προσφιλέστερων στην Αριστερά σχολών οικονομικής σκέψης και προπαντός αυτών που διαμορφώνουν το ιδεολογικό της υπόβαθρο (μαρξιστική, κεϊνσιανή – και όχι μόνο) τον απομακρύνει απόλυτα από την ιδέα οικοδόμησης πρότασης για την οικονομική, κοινωνική και πολιτική συγκρότηση της χώρας. Για την συγκρότηση της οικονομικο-κοινωνικής της βάσης και του πολιτικού-πολιτισμικού εποικοδομήματός της με σχέδιο, μέτρα και πολιτικές που να ανταποκρίνονται στις δυνατότητες που παρέχει η συγκυρία, οι εσωτερικοί και εξωτερικοί συσχετισμοί αλλά και το αξιακό-ηθικό σύστημα που αυτός πρεσβεύει. Η κριτική, συνεπώς, της πιο πάνω θέσης δεν είναι «ιδεολογικού σκοπού» και δεν απορρέει από μιαν αντίληψη που θεωρεί διακύβευμα της παρούσας συγκυρίας το δίλλημα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» ούτε την συμπαθή εξαγγελία περί την (διά της ψήφου…) ανατροπή. Είναι μια κριτική πρακτικού σκοπού που θεωρεί επιφανειακή έως και τυχοδιωκτική, την πολιτική που ανάγει το ελληνικό μέγα οικονομικό πρόβλημα σε ζήτημα χρέους.
Το χρέος, ένα δισυπόστατο οικονομικό μέγεθος, ένα μέγεθος ταυτόχρονα υλικό και άυλο, που επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό την κίνηση του κεφαλαίου, είναι μέγεθος που, σύμφωνα τουλάχιστον με τις σχολές των οικονομικών της ευημερίας και ιδιαίτερα σύμφωνα με το μαρξιανό παράδειγμα, εντάσσεται στο λεγόμενο πεδίο της κυκλοφορίας των ανταλλακτικών αξιών και ειδικότερα του χρήματος.
Διότι το χρέος μπορεί μεν να επηρεάσει το πεδίο της παραγωγής, όμως δεν μπορεί, σύμφωνα με το ίδιο θεωρητικό παράδειγμα, να το υποτάξει και επικαθορίσει. Αντίθετα, μάλιστα, «λυγίζοντας (όπως λέμε) το ραβδί από την άλλη μεριά», μπορούμε να αποφανθούμε πως το πεδίο της παραγωγής είναι αυτό που επικαθορίζει το πεδίο της κυκλοφορίας, δηλαδή η παραγωγική δυναμική είναι αυτή που υπερέχει στην γενική κίνηση του κεφαλαίου, και σε τελευταία ανάλυση επικαθορίζει την οικονομική ανάπτυξη.
Η αναγωγή συνεπώς του χρέους σε επικαθοριστικό παράγοντα της αναπτυξιακής παραγωγικής -και κατ’ επέκταση της κοινωνικής- διαδικασίας αποτελεί θεμελιώδη θεωρητική εκτροπή για όποιους θέλουν να αναφέρονται στο μαρξιανό παράδειγμα…
Ο ίδιος ο Μαρξ, άλλωστε, στην Εισαγωγή των Grundrisse (1857), εκθέτει με σαφήνεια τη θέση πως κάθε κοινωνία οφείλει να αναλύεται ως ένας συλλογισμός που περιλαμβάνει τις εξής οικονομικές διαδικασίες ή φάσεις: Παραγωγή (ως καθολικότητα) / διανομή-ανταλλαγή (ως μερικότητα) / κατανάλωση (ως ατομικότητα) και υποστηρίζει πως η πρώτη, η παραγωγή, ως οργανική ολότητα, επικαθορίζει όλες τις άλλες διαδικασίες ή φάσεις. Συνάγεται συνεπώς ότι το χρήμα, μορφή του οποίου είναι το χρέος, αν και στην εποχή μας έχει γιγαντωθεί και κυριαρχήσει στην σφαίρα της κυκλοφορίας των ανταλλακτικών αξιών, υποτάσσεται στην παραγωγική διαδικασία, η οποία αποτελεί την κύρια διαδικασία της γενικής κίνησης του κεφαλαίου.
Η πιο πάνω θεωρητική-μεθοδολογική στην ουσία της- ανάλυση του Μαρξ δεν αφορά ωστόσο, όπως θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς, μόνο σε παρελθούσες εποχές, τότε που αυτός επιχειρούσε την κριτική υπέρβαση της κλασικής πολιτικής οικονομίας των Σμιθ και Ρικάρντο και την πολεμική αποδόμηση της μεθοδολογίας των συγχρόνων του Μπαστιά, Κάρεϋ και Προυντόν. Η μεθοδολογική αυτή προσέγγιση του Μαρξ αντέχει ακόμη και σήμερα, στην κρίσιμη αυτή φάση ακμής -και συνάμα παρακμής- του καζινο-καπιταλισμού. Σύγχρονες αναλύσεις της χρηματοπιστωτικής παγκοσμιοποίησης από οικονομολόγους της ευρύτερης μαρξιστικής σχολής επισημαίνουν τον κίνδυνο συναγωγής εσφαλμένων συμπερασμάτων από ποσοτικού χαρακτήρα συσχετίσεις (συγκρίσεις μεγεθών και τάσεων) της χρηματο-οικονομικής σφαίρας με την σφαίρα της παραγωγής και κυκλοφορίας υλικών ανταλλακτικών αξιών.
Το γεγονός της επιταχυνόμενης μεγέθυνσης της χρηματοπιστωτικής σφαίρας με ρυθμούς υπερτριπλάσιους από την σφαίρα της παραγωγής (σχηματισμός παγίου κεφαλαίου) και ανταλλαγής (εμπορευμάτων) δεν δικαιολογούν την χρησιμοποίηση όρων όπως «αυτονομία-αυτονόμηση» για την χρηματοπιστωτική σφαίρα. Μόνον οικονομολόγοι που ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με τα επιφαινόμενα της οικονομίας, ή εγκλωβίζονται στην οπωσδήποτε αναγκαία και χρήσιμη, αλλά και για πολλούς λόγους μοδάτη (mainstream) μελέτη των χρηματοπιστωτικών της εργαλείων και προϊόντων, μπορούν να αγνοήσουν αναλύσεις οικονομολόγων που αναφέρονται στην μαρξιστική (και όχι μόνον) σχολή. Ιδίως όταν αυτοί οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι «η χρηματοπιστωτική σφαίρα τροφοδοτείται από τον πλούτο που δημιουργεί μια επένδυση στον παραγωγικό τομέα και από την κινητοποίηση-αξιοποίηση εντός αυτού ενός εργασιακού δυναμικού πολλαπλών επιπέδων και μορφών εξειδίκευσης… Ένα τμήμα, σήμερα αυξημένο, των εισοδημάτων που δημιουργούνται στη διαδικασία της παραγωγής αποσπάται από αυτήν και διοχετεύεται στην χρηματοπιστωτική σφαίρα… τότε και μόνον τότε αρχίζουν να συντελούνται στο εσωτερικό της χρηματοπιστωτικής σφαίρας πολλαπλές διαδικασίες (προτσές) πλασματικής αξιοποίησής τους, που διογκώνουν το ονομαστικό μέγεθος των τίτλων, ομολόγων, κ.α. προϊόντων τιτλοποίησης δημόσιου εσωτερικού και εξωτερικού χρέους» [3].
Το αναποδογύρισμα του μαρξιανού παραδείγματος που μόλις περιγράφτηκε, φανερώνει έλλειψη -ή και άρνηση- κατανόησης τόσο της γενικής κίνησης του κεφαλαίου, όσο και της ειδικής του κίνησής του, αυτής δηλαδή που συνδέεται με τις εκάστοτε προϋποθέσεις (γενικές και ειδικές) μετατροπής του χρηματικού κεφαλαίου σε παραγωγικό κεφάλαιο.


Χρηματικό και παραγωγικό κεφάλαιο
Το αναποδογύρισμα αυτό εξηγεί το έλλειμμα τεκμηρίωσης των πρόσφατων εξαγγελιών του ΣΥΡΙΖΑ για την αντιμετώπιση της ανεργίας πάνω σε αξιόπιστα ποσοτικά και προπαντός ποιοτικά μεγέθη. Στην απουσία με άλλα λόγια εξειδικευμένης ανάλυσης της εσωτερικής σχέσης του παραγωγικού κεφαλαίου (εργασία/μέσα παραγωγής), με δεδομένη την χαμηλή δυνατότητα κινητοποίησης χρηματικού ή δανειακού κεφαλαίου. Ανάλυσης όπου η «εργασία» θα προσδιορίζεται τόσο ποσοτικά, ως το ένα τμήμα δηλαδή του παραγωγικού κεφαλαίου, και αφετέρου τεχνικά, ως ένα φάσμα μορφών-τύπων παραγωγικής εργασίας κατάλληλων για την ανάπτυξη ενός ιδιότυπου και οικονομικά αποτελεσματικού παραγωγικού μοντέλου. Όπου, παράλληλα, τα «μέσα παραγωγής» θα προσδιορίζονται και αυτά τόσο ποσοτικά, ως το έτερο τμήμα του παραγωγικού κεφαλαίου, όσο και τεχνολογικά, ως ένα κατάλληλα διαρθρωμένο φάσμα τεχνικών μέσων-εξοπλισμών, κατάλληλων επίσης για την αξιοποίηση των διαθέσιμων και δημιουργούμενων μορφών παραγωγικής εργασίας, με σκοπό την μεγιστοποίηση του οικονομικού και κοινωνικού αποτελέσματος.
Τέλος, το αναποδογύρισμα του μαρξιανού -και όχι μόνο- παραδείγματος εξηγεί την έλλειψη αξιολόγησης ή επεξεργασίας παλιών και νέων μορφών βιομηχανικού κεφαλαίου (βιομηχανικό υπό την ευρεία έννοια του αγκαλιάσματος κάθε κλάδου ή τύπου της παραγωγής, όπως αναφέρει ο Μαρξ) ή αγροτικού (καλλιεργητικού ή μεταποιητικού) κεφαλαίου.

Η εμπειρία της παραγωγής και η οικονομική-τεχνική επίλυση του προβλήματός της
«Οι οικονομικές εποχές ξεχωρίζουν η μια από την άλλη όχι από το τι φτιάχνεται, αλλά από το πώς και με τι μέσα φτιάχνεται»1. 
Για τον Μαρξ το πεδίο της παραγωγής και η προτεραιότητά του έναντι του πεδίου της κυκλοφορίας δεν εξετάζεται μόνο ως ένα θεωρητικό πρόβλημα της γενικής κίνησης του κεφαλαίου, αλλά και ως ένα επιστημονικο-τεχνικό πρόβλημα του καταμερισμού (και της οργάνωσης) της εργασίας σε συγκεκριμένες μορφές καπιταλιστικής παραγωγής. Πράγματι, σε εκτεταμένα μέρη του Κεφαλαίου ο Μαρξ φαίνεται να σκέφτεται περισσότερο σαν μηχανικός παραγωγής ή σαν κοινωνιολόγος της εργασίας παρά σαν οικονομολόγος. Αν και αυτή η φαινομενική εντύπωση δεν ανταποκρίνεται στην ολιστική θεώρηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής από τον Μαρξ, είναι εύκολα εξηγήσιμη και μπορεί να δικαιολογηθεί καθώς ο Μαρξ προσπαθεί να κατανοήσει τον πολύπλοκο κόσμο της παραγωγής εισχωρώντας όπως ο φυσιοδίφης στους μικροκόσμους της. Με ενδελεχείς περιγραφές του προτσές εργασίας της μανιφακτούρας -που στις μέρες του έχει αρχίσει να υποχωρεί- μέσω παρομοιώσεων όπως «ο σκελετός, το μυϊκό σύστημα και τα αγγεία της παραγωγής». Με αναλυτικές αναφορές στους «παραγωγικούς μηχανισμούς», στην «ειδική παραγωγική εργασία» και στην «παραγωγικότητά» της -κατ’ αρχήν της κλωστοϋφαντουργίας όπως και δεκάδων άλλων κλάδων της τότε παραγωγής- στην τάση προς εξαφάνιση του «αυτοτελούς χειροτέχνη», στους «συνδυασμούς αυτοτελών, ομοειδών ή διαφορετικών χειροτεχνιών», στην «απλοποίηση, καλυτέρευση και διαφοροποίηση των εργαλείων», «στην προσαρμογή τους στις ειδικές λειτουργίες των μερικών εργατών», στην σημασία του «συνδυασμού της δεξιοτεχνίας και της τελειοποίησης των εργαλείων-μέσων εργασίας για την βελτίωση της παραγωγικότητας»2. Με ειδικές αναφορές στη διάκριση της μανιφακτούρας σε «ετερογενή» και «οργανική», στην «μεταβλητότητα» και στην «διαιρετότητα» (ή μη) των «τεχνικών όρων του προτσές», στον «ατελή (ποιοτικό) έλεγχο των γενικών χημικών και φυσικών όρων του», στην «ατελή τεχνική ενότητα της μανιφακτούρας έναντι της βιομηχανίας» και στην «ουσιαστική διάκριση του καταμερισμού της εργασίας μέσα στην κοινωνία και μέσα στο προτσές εργασίας».
Για να προχωρήσει σε μια ευρύτερη, βαθύτερη και σε προοπτική περιγραφή της επιστημονικής και τεχνικής βάσης του προτσές εργασίας στην βιομηχανία, που τότε δυναμικά αναδύεται. Αφιερώνοντας το μεγαλύτερο κεφάλαιο του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου στις μηχανές. Εκεί μελετά τη βιομηχανική –και αγροτική- εξέλιξη, εκεί παρατηρεί το πέρασμα από την μεμονωμένη αυτοτελή μηχανή στην «συνεργασία των πολλών ομοειδών μηχανών», στο «σύστημα μηχανών», στην «αρχή της συνέχειας των ξεχωριστών προτσές», στην «κεντρική αυτοματοποίηση ενός διαρθρωμένου συστήματος μηχανών», την «προσάρτηση της επιστήμης» και στην «κεφαλαιοκρατική ή προσωπική ιδιοποίησή της». Για να φτάσει στο τότε «αυτόματο εργοστάσιο… το συνιστάμενο από αναρίθμητα μηχανικά και ενσυνείδητα όργανα…». 
Δεν ήταν ενός μεμονωμένου ανθρώπου αποτέλεσμα αυτή η εξαιρετική και βαθύτατα διεισδυτική διερεύνηση του παραγωγικού μυστηρίου. Τι κι αν οι τρόποι κι οι μορφές παραγωγής στο μεταξύ άλλαξαν, ώς τις μέρες μας μετεξελίχθηκαν, ενίοτε εναλλάχθηκαν, οι κλίμακες μεταβλήθηκαν, τα μικρά ηλιακά συστήματα, οι αστερισμοί και οι γαλαξίες των στοιχείων της παραγωγής διεστάλησαν, συνεστάλησαν, γνώρισαν εκρήξεις ή αφανίστηκαν. Τι κι αν εμφανίσθηκαν και αποσύρθηκαν για να επανεμφανιστούν μορφές που παραπέμπουν στο ταιϋλορικό, φορδικό και μεταφορδικό υπόδειγμα. Σημασία έχει η παρατήρηση, η εννόηση και η εν συνεχεία γνώση που προέρχεται από αυτές.
Ο Μαρξ άντλησε την γνώση που περιέλαβε στο έργο του όχι μόνο από τους οικονομολόγους της εποχής του.. Όπως, μεταξύ των πολλών δεκάδων που αναφέρει, των Αδ. Μπλανκί3, Σ. Μπμπάτζ, Γιουρ κ.ά. Ή μηχανικών όπως ο Ελ. Ουίτνι και ο Τζ. Νάσμιθ, εργοστασιαρχών όπως ο Τζ. Φίλντεν, επιθεωρητών εργασίας, επιστατών εργοστασίων κλπ. Όλων αυτών, που μέσα από τις εξαιρετικές εκθέσεις τους, ανέδειξαν με τον καλύτερο τρόπο την πραγματική οικονομία του καιρού τους.

Η πρόταση της ενδογενούς ανάπτυξης
Με το ξέσπασμα της κρίσης η μακρά περίοδος παραγωγής ιδεολογίας, ως αποκλειστικού σχεδόν σκοπού, από την Ανανεωτική Αριστερά έφτασε στο τέλος της. Την διαδέχθηκε μια νέα περίοδος παραγωγής πολιτικής, ως αποκλειστικού σχεδόν και πάλι σκοπού, από τον ΣΥΡΙΖΑ σε ρόλο «κυβερνώσας Αριστεράς». Στο μεταξύ πέρασαν τρία τουλάχιστον χρόνια αφ’ ότου ο ΣΥΡΙΖΑ διεύρυνε σημαντικά την επιρροή του και απέκτησε την δυνατότητα ενεργοποίησης ανθρώπων ικανών να συμβάλλουν (ειδικών σε θέματα παραγωγής και κυρίως των άμεσων συντελεστών της) στην εκπόνηση ενός πραγματικού σχεδίου οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Όμως δεν το έπραξε. Αντίθετα, επεξεργάστηκε φόρμουλες εικονικής διαπραγμάτευσης του χρέους και σχεδίασε προγραμματισμούς «100 πρώτων ημερών» που στη συνέχεια πήραν χροιά προγράμματος. Τα παραπάνω μέλει να αποδείξουν πόση σχέση έχουν με την πραγματικότητα μέσα στους επόμενους μήνες.
Όταν, όμως, η διαπραγμάτευση του χρέους θα αποτελεί (εκ των πραγμάτων) παρελθόν κι ανεξάρτητα από τα όποια αποτελέσματά της, η χώρα θα βρεθεί αντιμέτωπη με το θεμελιώδες ζήτημα της πραγματικής της οικονομίας και ειδικότερα της παραγωγικής της βάσης. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, όσο κι αν αναζητηθούν στις προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ ή στα κείμενα που καταγράφουν τα συμπεράσματα εκείνων που συμμετείχαν στην διαβούλευσή του4, αναφορές που παραπέμπουν σε συγκεκριμένες αναλύσεις του παραγωγικού προβλήματος της χώρας και σε αποσαφηνισμένες οικονομικές πολιτικές, αυτές δεν ανευρίσκονται. Έτσι οι θέσεις για την παραγωγική ανασυγκρότηση και η περί αυτήν διαβούλευση εξαντλούνται σε μια ιδεολογικού χαρακτήρα προσέγγιση του οικονομικού-παραγωγικού ζητήματος. Η προσέγγιση αυτή καθίσταται εξαιρετικά αδύναμη όταν αντί να αυτοκαθορίζεται ως επιλογή (του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ) ενός οικονομικο-κοινωνικού αναπτυξιακού υποδείγματος της παραγωγικής βάσης, ετεροπροσδιορίζεται ως προς τις θέσεις, τα έργα και τις ημέρες αυτών που κυβέρνησαν μέχρι σήμερα την χώρα.
Άλλα κείμενα όπου ορίζεται, αναλύεται, θεμελιώνεται θεωρητικά και εμπειρικά και συνάμα υποστηρίζεται (βάσει στοιχείων που αφορούν στην ελληνική ιδιαιτερότητα) το υπόδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχουν. Έτσι οι θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ δηλώνουν πολιτικό λόγο και όχι οικονομικο-κοινωνικό σχέδιο, όπου κάθε τι το καλό εμφανίζεται κι ως ευκταίο. Ακόμη και σκοποί-στόχοι δύσκολα μεταξύ τους συμβατοί ή έστω παράλληλοι (εκτός εάν διαθέτουμε ως χώρα όλους σχεδόν τους παραγωγικούς συντελεστές σε επάρκεια…) προβάλλονται χωρίς καμία αναφορά στην πολυπλοκότητα και στο οικονομικό βάρος που συνεπάγεται η εφαρμογή τους. Έτσι, οι θέσεις αναφέρονται στην στροφή προς την εσωστρέφεια όπως και στην στροφή προς την εξωστρέφεια, στην υποκατάσταση των εισαγωγών όπως και στην ανάπτυξη των εξαγωγών, στην ένταση κεφαλαίου, με εκτενή αναφορά στην χρηματοδότηση της οικονομικής δραστηριότητας μέσω της «γενναίας αύξησης των δημοσίων επενδύσεων» και της δημιουργίας πολύμορφου και εκτεταμένου τραπεζικού δικτύου, όπως και στη ένταση εξειδικευμένης εργασίας, κατά κύριο λόγο επιστημονικής, στην υψηλή χρηματοδότηση της έρευνας κλπ.
Καλά όλα αυτά, εύκολα γράφονται όμως πολύ δύσκολα επιτυγχάνονται καθώς οι όροι και οι προϋποθέσεις που τα δημιουργούν δεν θα προκύψουν από ένα άξαφνο οικονομικό big bang ούτε από ένα, όχι πολύ πιθανό, «ευρωπαϊκό αναπτυξιακό Σχέδιο τύπου Μάρσαλ από το οποίο θα επωφεληθεί και η Ελλάδα…»5. Αν όμως αυτή η τελευταία ευχή -αν όχι προσευχή…- του ΣΥΡΙΖΑ δεν πιάσει (έστω κι αν σε αυτήν συμπυκνώνεται η ατυχής -τουλάχιστον…- θέση για μια μάλλον εξωγενήπαραγωγική ανασυγκρότηση), τότε οι σκέψεις που οδήγησαν σε αυτήν πρέπει να αναπροσανατολιστούν προς μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση. Να προσανατολιστούν δηλαδή προς την κατεύθυνση της δημιουργίας προϋποθέσεων (για την επίτευξη των στόχων του προγράμματος) μέσα στο προτσές συσσώρευσης και μέσω της εφαρμογής ενός κατάλληλου και ρεαλιστικού σχεδίου ανάπτυξης, πάει να πει διά της χρήσεως πεπερασμένων ανθρώπινων και υλικοτεχνικών πόρων σε περίοδο, μάλιστα, βαθιάς κρίσης… 
Για να μην θεωρηθεί άδικη ωστόσο η πιο πάνω κριτική θα επισημανθεί εδώ η μια -και μοναδική- αναφορά σε υπόδειγμα παραγωγικής μεγέθυνσης που περιέχεται στο κείμενο διαβούλευσης του προγράμματος θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ – και όχι στο πρόγραμμα θέσεών του που δεν περιέχει καμία… Μια αναφορά που διατυπώνεται ως κριτική στο πρόγραμμα της Ν.Δ. και αναφέρεται στο υπόδειγμα της ενδογενούς μεγέθυνσης. Στην αναφορά αυτή το πρόγραμμα της Ν.Δ. υποβάλλεται σε κριτική γιατί δεν παρουσιάζει «τα εργαλεία και της προϋποθέσεις για μια πραγματική ενδογενή ανάπτυξη, που θα απαιτούσε σημαντικές δημόσιες επενδύσεις σε τομείς όπως η παιδεία, η έρευνα και η τεχνολογία, οι υποδομές κλπ…».
Επιτέλους, «είδομεν φως αληθινόν» θα έλεγε κανείς, όμως η συνέχεια τον διαψεύδει.
Η απουσία ίχνους (έστω) συγκεκριμένου προσδιορισμού του εξαιρετικά ενδιαφέροντος και γόνιμου αυτού υποδείγματος απουσιάζει… Απουσία που το ακυρώνει και το καθιστά ανενεργό, καθώς η θεωρία της ενδογενούς μεγέθυνσης6 δεν συγκροτήθηκε ως σώμα θεωρητικό από ένα και μοναδικό υπόδειγμα αλλά από μια ακολουθία θεωρητικών υποδειγμάτων που άλλοτε -και αλλού- συγκλίνουν, ή αποκλίνουν ή και συγκρούονται μεταξύ τους ακόμη, σε θέματα που αφορούν στις βασικές τους αρχές και υποθέσεις.
Στα όρια του παρόντος άρθρου η αναφορά στα ζητήματα που εξετάζει η θεωρία της ενδογενούς μεγέθυνσης δεν είναι βέβαια εφικτή. Καθώς, όμως, τα βασικά υποδείγματα ενδογενούς μεγέθυνσης διαφοροποιούνται, υποβαλλόμενα σε έντονη εσωτερική (μεταξύ τους) και εξωτερική κριτική, σκόπιμο είναι να κατατεθούν τα ελάχιστα, ενδεικτικά σημεία που οριοθετούν ένα ωφέλιμο, συμβατό με τις γενικές ιδέες της αριστεράς, αναγκαίο και ικανό για την προκοπή της χώρας, υπόδειγμα ενδογενούς ανάπτυξης. Τα σημεία αυτά είναι:
Α) Η επεξεργασία και συγκρότηση ενός τέτοιου υποδείγματος να συντελείται σε περιοχές συνάντησης και θα λέγαμε αλληλοτομίας της μαρξιστικής και της κεϊνσιανής θεωρίας με την σουμπετεριανή θεωρία. Η συνεισφορά αυτής της τελευταίας στην δημιουργία της θεωρίας της ενδογενούς ανάπτυξης υπήρξε άλλωστε καθοριστική.
Β) Το υπόδειγμα ενδογενούς ανάπτυξης οφείλει να συντίθεται και να προσδιορίζεται ως προς δύο κύριους άξονες: Της καινοτομίας και της συσσώρευσης φυσικού και ανθρώπινου κεφαλαίου. Οι δύο αυτοί άξονες δεν αναφέρονται σε δύο διακριτές και σχετικά ανεξάρτητες μεταξύ τους κατηγορίες αιτίων, όπου η μία υπερέχει και καθορίζει μονοσήμαντα την άλλη, αλλά σε δύο πλευρές ενός ενιαίου προτσές.
Γ) Δημιουργία συνθηκών ανταγωνισμού που συντελούν στη συνεχή ανανέωση της παραγωγικής βάσης και στην καινοτομία, παράλληλα με την δημιουργία των μηχανισμών πολιτικού-κοινωνικού ελέγχου και ρύθμισης.
Δ) Η επεξεργασία του υποδείγματος συνεπάγεται ρήξη με υποδείγματα ενδογενούς ανάπτυξης νεοκλασικής θεωρητικής προέλευσης που θεωρούν τα προϊόντα δεδομένα, την τεχνολογία εξωγενή και την παραγωγική μονάδα απλά τόπο εφαρμογής της. Αντίθετα το υπόδειγμα θεωρεί την τεχνική πρόοδο ενδογενή, την διακρίνει σε δύο συμπληρωματικά μεταξύ τους και αλληλεπιδρώντα προτσές όπου: στο πρώτο η τεχνική πρόοδος προέρχεται από την αξιοποίηση της εμπειρίας και δια μέσου της πρακτικής, στο δεύτερο, το προτσές προόδου της βασικής καινοτομίας, συνδέεται με την έρευνα. 

Σύντομο συμπέρασμα 
Δεν μπορούν βέβαια να αποδοθούν ικανοποιητικά όλα όσα γράφτηκαν για την παραγωγή και τις τεχνικές και οργανωσιακές διαδικασίες της μέσα σε αυτές τις λίγες αράδες. Μπορούν ωστόσο να αποκαλύψουν μια οικονομική κουλτούρα που χάθηκε από τον ορίζοντα της Αριστεράς και που ιδιαίτερα ελλείπει από αυτήν της κυβερνώσας…
Γιατί σήμερα στη χώρα μας, οι περισσότεροι από τους υπηρετούντες την οικονομική επιστήμη πολιτικούς ταγούς, ιδιαίτερα το οικονομικό επιτελείο της προοριζόμενης να κυβερνήσει Αριστεράς, δεν δείχνει ενδιαφέρον για την παραγωγική διαδικασία, ως την συγκεκριμένη γενεσιουργό τεχνική και εργασιακή διαδικασία, την συνυφασμένη με τον κύκλο κίνησης του κεφαλαίου.
Αντίθετα, ξοδεύουν το επιστημονικό τους ενδιαφέρον στο παράπλευρο και -όπως εκθέσαμε πιο πάνω- υποδεέστερο πεδίο της κυκλοφορίας των ανταλλακτικών αξιών και του χρήματος, ασκούμενοι σε υποθετικά διαπραγματευτικά σενάρια και σε υπεραισιόδοξες (ενίοτε αυτάρεσκες) φανταστικές τεχνικές. Έτσι καταλήγουν να υποστηρίζουν την υπέρ πάντων «σκληρή» διαπραγμάτευση του χρέους με τους δανειστές, απαξιώνοντας την καθοριστική σημασία της ενδογενούς, κατά κύριο λόγο, ανάπτυξης. Υπερτερώντας έτσι σε ζήλο ακόμη και έναντι των ομολόγων τους της δεξιάς/κεντροδεξιάς κυβερνητικής παράταξης.
Το σχέδιο της παραγωγικής συγκρότησης της χώρας έπρεπε να έχει ξεκινήσει από καιρό. Η χώρα έχει ανάγκη την παραγωγή, αυτή είναι η μόνη που θα επιτρέψει στο χρηματο-οικονομικό ισοδύναμο της ζήτησης να ισοσκελιστεί από το αντίστοιχο παραγωγικό ισοδύναμό της. Ας το πάρουμε απόφαση. Μόνο αλλάζοντας οικονομικά ήθη και κοινωνικές συνήθειες, δημιουργώντας ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, χαράζοντας οικονομική στρατηγική και δημιουργώντας σχέδιο, επεξεργαζόμενοι περισσότερο αδέσμευτους και ανοιχτούς γεωπολιτικούς προσανατολισμούς, η χώρα θα αποκτήσει θεμέλια και θα στερεώσει το μέλλον της.
Η παραγωγική συγκρότηση της χώρας πρέπει να στηριχτεί σε μια πολιτικά εμπνευσμένη, κοινωνικά δίκαιη, πολιτισμικά γόνιμη και περιβαλλοντικά αειφορική διαδικασία. Ένα σωστό, καλοδουλεμένο και ταυτόχρονα χτισμένο στους τόπους της παραγωγής σχέδιο ενδογενούς ανάπτυξης μπορεί να αποτελέσει τον μοχλό αυτής της προοπτικής.

Υ.Γ. Οι πρώτες εντυπώσεις από τις ανακοινώσεις Ντράγκι συμπίπτουν με την πρόβλεψη που δημοσιεύσαμε (Εφ. Συντακτών) τη Δευτέρα 19/1/2015 για χρηματοδοτική χαλάρωση μέσω αγοράς ομολόγων ύψους έως και 1,1 τρις ευρώ, δηλαδή πολύ μεγαλύτερου του ως τότε προβλεπτού (300 δις ευρώ). Η εν λόγω χαλάρωση προϋποθέτει για τους δικαιούχους, σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής πληροφορίες, παραμονή σε πρόγραμμα. Βέβαια, περί διαγραφής χρέους ουδέν νεότερο διαφαίνεται από το μέτωπο…

(1) Κ.Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 1ος, σ. 193, εκδ. ΚΕ.ΚΚΕ 1954.
(2) «500 ποικιλίες σφυριών παράγονται στο Μπέρμινγκχαμ όπου το καθένα χρησιμεύει μόνο για ένα ειδικό προτσές παραγωγής», Κ. τ.1, σ.357.
(3) Ετεροθαλής αδελφός του επαναστάτη Αύγουστου Μπλανκί.
(4) Πλαίσιο Κυβερνητικού Προγράμματος και κείμενo διαβούλευσης: Παραγωγική ανασυγκρότηση και οικολογικός μετασχηματισμός της παραγωγής.
(5) Πλαίσιο Κυβερνητικού Προγράμματος
(6) Ph. Aghion et P. Howitt (2000),  Theorie de la croissance endogene», ed. Dunod
- See more at: http://www.e-dromos.gr/xreos-paragogh-ki-aristera/#sthash.T55ragKv.dpuf

[1] Το 2010 κατείχε θέση στο ρετιρέ του 15%. Υπολειπόμενη κατά 20% της Γερμανίας και 10% της Γαλλίας. Συγκρίνοντας τις μεταξύ μας παραγωγικές υποδομές αντιλαμβανόμαστε, ίσως, την παθογένεια της μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας.
[2] Εάν θέλουμε να αναγνωρίσουμε την πραγματικότητα, ας αποδεχθούμε πως τα 2/3 του πληθυσμού υφίστανται τις συνέπειες της κρίσης και πως υπάρχει το άλλο 1/3 που όχι μόνον δεν τις υπέστη αλλά ένα μέρος του έχει σημαντικά ωφεληθεί. Στην πλευρά των 2/3 που την υφίστανται, άλλοι πιέζονται και άλλοι συνθλίβονται. Το πρόβλημα με την αναδιανομή είναι ότι κι’ εάν ακόμη επιχειρηθεί, τελικά θα περιοριστεί μόνο σε αυτά τα 2/3 καθώς οι άλλοι, αυτοί του επάνω ιδιαίτερα προνομιούχου 1/3, φροντίζουν να είναι αόρατοι και φορολογικά ασύλληπτοι. Η εξαγγελία για φορολόγηση του μεγάλου πλούτου, με τα σύνορα για τις χρηματικές και κεφαλαιακές ροές ανοιχτά, είναι τουλάχιστον υποκριτική. Όμως η αναδιανομή πρέπει -και έτσι ακόμη- να γίνει.
[3] Francois Chesnais (1996), La mondialisation financiere, σ. 14, συλλογικό έργο, S. de Brunhoff, R. Farnetti, R. Guttman, D. Plihon, P. Salama, Cl. Serfati, Εd: Syros.

* Ο Βαγγέλης Πισσίας είναι δρ του Πανεπιστημίου της Σορβόνης (Αγροτική Ανάπτυξη και Προγραμματισμός) και του Πανεπιστημίου Αμιένης (Διεθνείς Οικονομικές Σχέσεις)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσθέστε τα σχόλια σας:

Σκοπός του μπλογκ αυτού είναι: Nα συγκεντρώσει τον προβληματισμό και τις προτάσεις για τη χάραξη μιας νέας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.


Έχουμε οδηγηθεί σε έναν πλήρη εκτροχιασμό από την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου, και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω", οπότε, ακόμη και αν ξαφνικά "βρέξει χρήματα", δεν θα επωφεληθούν παρά οι παρασιτικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση δεν θα ξεπεραστεί, εάν η χώρα δεν ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, την δημιουργική ψυχή - στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, αν δηλαδή δεν ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τα αδιέξοδα και να ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία¹.
"Δεν θα χαράξουμε όμως τέτοια στρατηγική χωρίς βαθιά συνείδηση, με γνώμονα πάντοτε τους καιρούς που ζούμε:
Πρώτον, του τι μας συμβαίνει, του βαθύτερου δηλαδή χαρακτήρα της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μας υπόσταση και στη συνολική συνακόλουθα μοίρα του Ελληνισμού.
Δεύτερον, του γιατί μας συμβαίνει, του πώς δηλαδή οι «χρυσοφόρες» δεκαετίες της μεταπολιτευτικής… χαύνωσης {των πολλών ευρωπαϊκών «πακέτων», της «Αλλαγής», του «εκσυγχρονισμού» και «της ισχυρής Ελλάδας»} μας οδήγησαν, ...στη μετανεωτερική υποτέλειά μας εντός της …Ευρωπαϊκής Ένωσης (με καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ισοτιμίας και ανεξαρτησίας στο πλαίσιό της!).
Τρίτον, τέλος, του πώς θα βγούμε από τα πνιγηρά αδιέξοδά μας και θα μπούμε στη δύσκολη τροχιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας, με πλήρη επίγνωση των απαιτούμενων σε βάθος χρόνου μεγάλων θυσιών από τον (καλά ενημερωμένο!) λαό μας."²