«Δύσκολα Χρόνια» (Hard Times) του Ντίκενς, απο το βιβλίο : «Εξέγερση και Μελαγχολία» των Michael Loewy & Robert Sayre, Εναλλακτικές Εκδόσεις.


The Coketown
Υπάρχει άραγε πιο επίκαιρη και καλύτερη περιγραφή για την σημερινή κυριαρχία των «Αγορών» από αυτήν που περιγράφει ο Κάρολος Ντίκενς, το 1854, στο βιβλίο του Δύσκολα Χρόνια
το κάθε τι στον κόσμο «δεν είναι παρά μια υπόθεση αριθμών, ένας απλός αριθμητικός υπολογισμός,...κάθε τι που δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε αριθμούς και κάθε τι που δεν μπορεί να αγοραστεί στην πιο χαμηλή τιμή και να ξαναπουληθεί στην πιο υψηλή, δεν υπάρχει και δεν θα έπρεπε να υπάρχει,...κάθε χιλιοστό της ανθρώπινης ζωής, από την γέννηση μέχρι τον θάνατο, πρέπει να είναι μια εμπορική πράξη που εξοφλείται τοις μετρητοίς...» 
άντε σήμερα και επι πιστώσει!.

Στα Δύσκολα Χρόνια, το ψυχρό και υπολογιστικό πνεύμα της εποχής προσωποποιείται καταπληκτικά από έναν ωφελιμιστή και μέλος της Βουλής, τον κύριο Thomas Grandgrind (κύριος «Αλέθω-κατά-παραγγελία» θα ήταν κατά προσέγγιση η μετάφραση του ονόματός του...). Πρόκειται για έναν άνθρωπο που έχει «πάντα στην τσέπη του ένα χάρακα, μια ζυγαριά και ένα πίνακα πολλαπλασιασμού» και που είναι πάντα «έτοιμος να ζυγίσει και να μετρήσει οποιοδήποτε κομμάτι της ανθρώπινης φύσης και να σας πει ακριβώς την τιμή του». Για τον Γκράντγκριντ, το κάθε τι στον κόσμο «δεν είναι παρά μια υπόθεση αριθμών, ένας απλός αριθμητικός υπολογισμός»· οργανώνει αυστηρά την εκπαίδευση των παιδιών επί τη βάσει της ακόλουθης σωτήριας αρχής: «κάθε τι που δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε αριθμούς και κάθε τι που δεν μπορεί να αγοραστεί στην πιο χαμηλή τιμή και να ξαναπουληθεί στην πιο υψηλή δεν υπάρχει και δεν θα έπρεπε να υπάρχει». Η φιλοσοφία του Γκράντγκριντ- το τραχύ και αυστηρό δόγμα της πολιτικής οικονομίας, του αυστηρού ωφελιμισμού και του κλασικού  laisser-faire ήταν ότι «το κάθε πράγμα έπρεπε να πληρώνεται. Κανένας δεν οφείλει ποτέ και σε καμιά περίπτωση... να προσφέρει υπηρεσία χωρίς ανταμοιβή, σε όποιον και να είναι. Η ευγνωμοσύνη πρέπει να καταργηθεί και τα αγαθά που απορρέουν απ΄ αυτήν να μην έχουν κανένα λόγο ύπαρξης. Κάθε χιλιοστό της ανθρώπινης ζωής, από την γέννηση μέχρι τον θάνατο, πρέπει να είναι μια εμπορική πράξη που εξοφλείται τοις μετρητοίς»[1]

Ο Ντίκενς αντιτάσσει την πίστη του στη ζωτικότητα «της ευαισθησίας των συναισθημάτων, των αδυναμιών» της ανθρώπινης ψυχής, που αποτελούν μια δύναμη «που αψηφά όλους τους υπολογισμούς που έχουν γίνει από τον άνθρωπο, και που είναι τόσο ακατάληπτη από την αριθμητική του όσο και ο ίδιος ο Δημιουργός». Πιστεύει, κι όλη η πλοκή στα Δύσκολα Χρόνια αποτελεί μια παθιασμένη συνηγορία σ' αυτή την πίστη, ότι στην καρδιά των ατόμων υπάρχουν «λεπταίσθητα εκχυλίσματα ανθρωπιάς που θα διαφεύγουν διαρκώς από τους τελευταίους μαιάνδρους της άλγεβρας μέχρι τη στιγμή που, η τελευταία σάλπιγγα αντηχήσει πάνω στη γη και κάνει κομμάτια την ίδια την άλγεβρα». Αρνούμενος να υποκύψει στη μηχανή-που-αλέθει-κατά-παραγγελία προσφεύγει σε αξίες αμετάτρεπτες σε αριθμούς.

Τα Δύσκολα Χρόνια όμως δεν πραγματεύονται μόνο το άλεσμα της ψυχής, αλλά και το πώς η νεωτερικότητα εξόρισε χαρίσματα όπως η ομορφιά, η φαντασία και το χρώμα από την υλική ζωή των ατόμων, υποβαθμίζοντάς την σε μια μουντή, κουραστική και μονότονη ρουτίνα. Η σύγχρονη βιομηχανική πόλη, το «Coketown», περιγράφεται από τον Ντίκενς σαν «μια πόλη από μηχανές και ψηλές καμινάδες απ' όπου ασταμάτητα και αδιάκοπα υψώνονται φίδια καπνού που ποτέ δεν ξετυλίγονται ολοκληρωτικά». Οι δρόμοι της ήταν οι ίδιοι ο ένας με τον άλλο, «γεμάτοι από ανθρώπους ίδιους τον έναν με τον άλλο, όπου όλοι έβγαιναν και επέστρεφαν τις ίδιες ώρες, περπατώντας με το ίδιο βήμα στο ίδιο πεζοδρόμιο, πηγαίνοντας στην ίδια δουλειά κι όπου, για τον καθένα, κάθε μέρα ήταν ίδια με την προηγούμενη και την επόμενη και κάθε χρονιά ήταν το αντίγραφο της προηγούμενης και της επόμενης». Ο χώρος και ο χρόνος μοιάζουν να έχουν χάσει κάθε ποιοτική διαφοροποίηση και κάθε πολιτισμική ποικιλία, για να μετατραπούν σε μια μοναδική, ενιαία δομή, διαμορφωμένη από την ασταμάτητη δραστηριότητα των μηχανών.

Για τον βιομηχανικό πολιτισμό, τα προτερήματα της φύσης δεν υπάρχουν: λαμβάνει υπ' όψιν του μόνο τις ποσότητες των πρώτων υλών  που μπορεί να αποσπάσει απ' αυτήν.  

Το Coketown, είναι συνεπώς «ένα πανάσχημο φρούριο» όπου «το τούβλο εμπόδιζε τόσο τη φύση να εισχωρήσει, όσο και να φύγει ο αέρας και τα θανατηφόρα αέρια»· αυτές οι πανύψηλες καμινάδες «στέλνοντας  στον αέρα τους δηλητηριασμένους στροβίλους  τους», έκρυβαν τον ουρανό και τον ήλιο, ο οποίος βρισκόταν «συνέχεια σε μόνιμη έκλειψη πίσω από μαυρισμένα τζάμια». Αυτοί που «διψούσαν για μια ανάσα καθαρού αέρα», που ήθελαν να δουν ένα χλοερό τοπίο με δέντρα, με πουλιά, λίγο γαλάζιο ουρανό, έπρεπε να διανύσουν αρκετά χιλιόμετρα με τραίνο και να κάνουν περίπατο στους αγρούς. Ακόμη και εκεί όμως δεν έβρισκαν ησυχία: εγκαταλελειμμένα ορύγματα, παρατημένα αφού όλος ο σίδηρος κι όλο το κάρβουνο είχαν εξορυχτεί από τη γη, κρυβόντουσαν, σαν θανάσιμες παγίδες κάτω από το χορτάρι.


[1] Hard Times by Charles Dickens  σελ. 139: εκλεγμένος στο κοινοβούλιο ο Τ. Γκράντγκριντ γίνεται ένα «από τα σεβαστά μέλη του Γραφείου Μέτρων και Σταθμών, ένας από τους αντιπροσώπους του Πίνακα Πολλαπλασιασμού, ένας από τους αξιοσέβαστους κουφούς, ένας από τους αξιοσέβαστους μουγκούς, ένας από τους αξιοσέβαστους τυφλούς, ένας από τους αξιοσέβαστους χωλούς, ένας από τους αξιοσέβαστους νεκρούς από κάθε άποψη».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσθέστε τα σχόλια σας:

Σκοπός του μπλογκ αυτού είναι: Nα συγκεντρώσει τον προβληματισμό και τις προτάσεις για τη χάραξη μιας νέας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.


Έχουμε οδηγηθεί σε έναν πλήρη εκτροχιασμό από την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου, και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω", οπότε, ακόμη και αν ξαφνικά "βρέξει χρήματα", δεν θα επωφεληθούν παρά οι παρασιτικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση δεν θα ξεπεραστεί, εάν η χώρα δεν ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, την δημιουργική ψυχή - στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, αν δηλαδή δεν ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τα αδιέξοδα και να ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία¹.
"Δεν θα χαράξουμε όμως τέτοια στρατηγική χωρίς βαθιά συνείδηση, με γνώμονα πάντοτε τους καιρούς που ζούμε:
Πρώτον, του τι μας συμβαίνει, του βαθύτερου δηλαδή χαρακτήρα της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μας υπόσταση και στη συνολική συνακόλουθα μοίρα του Ελληνισμού.
Δεύτερον, του γιατί μας συμβαίνει, του πώς δηλαδή οι «χρυσοφόρες» δεκαετίες της μεταπολιτευτικής… χαύνωσης {των πολλών ευρωπαϊκών «πακέτων», της «Αλλαγής», του «εκσυγχρονισμού» και «της ισχυρής Ελλάδας»} μας οδήγησαν, ...στη μετανεωτερική υποτέλειά μας εντός της …Ευρωπαϊκής Ένωσης (με καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ισοτιμίας και ανεξαρτησίας στο πλαίσιό της!).
Τρίτον, τέλος, του πώς θα βγούμε από τα πνιγηρά αδιέξοδά μας και θα μπούμε στη δύσκολη τροχιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας, με πλήρη επίγνωση των απαιτούμενων σε βάθος χρόνου μεγάλων θυσιών από τον (καλά ενημερωμένο!) λαό μας."²