ΘΕΣΣΑΛΙΑ: μετάβαση σε νέο παράδειγμα παραγωγής του Γιώργου Σταμπουλή

Όποιος ζει ή ταξιδεύει στο Θεσσαλικό κάμπο –και σε όλη σχεδόν την Ελλάδα– θα παρατηρήσει –και θα αναρωτηθεί (;)– την οσμή του καμένου, το μαύρο καπνό και, τη νύχτα, τις γραμμές φωτιάς στα χωράφια. Λίγοι γνωρίζουν τη ζημιά που προκαλείται και το αν αυτή η δραστηριότητα είναι παράνομή (και για ποιους λόγους).

Πολλοί θα πουν: «μα έτσι κάναμε πάντα», αλλά αυτό το πάντα είναι πολύ πρόσφατο.
Όσοι είναι εξοικειωμένοι με τα ζητήματα των ΑΠΕ και της βιοκαλλιέργειας γνωρίζουν ότι η υπολειμματική βιομάζα (αγροτική, δασική, αστική και βιομηχανική) αποτελεί σημαντικό ενεργειακό και βιολογικό πόρο τον οποίο οφείλουμε να διαχειριστούμε. Πρέπει όμως να πάμε παραπέρα; Για να έχει ρεαλιστική προοπτική η πρόταση αξιοποίησης της βιομάζας πρέπει να απαντήσουμε στα εξής ερωτήματα. Πώς εντάσσεται αυτό στο σύστημα παραγωγικών δραστηριοτήτων του ύπαιθρου χώρου; Με ποιες δομές και ποια κοινωνικά υποκείμενα; Και –το σημαντικότερο– πώς από τη σημερινή κατάσταση θα φτάσουμε στο οραματικό μέλλον;

Στο πρώτο ερώτημα, η απάντηση ξεκινά από την ανάλυση των ενεργειακών αναγκών στην κατοικία και τη μεταποιητική δραστηριότητα. Εκεί οι θερμικές ανάγκες αποτελούν το σημαντικότερο ποσοστό και είναι ορθολογικό –οικονομικά ή ενεργειακά– να μετατρέπουμε τη θερμική ενέργεια σε ηλεκτρική για ψύξη ή θέρμανση. Ένα σημαντικό μέρος μπορεί και πρέπει να καλυφθεί από γεωθερμία και ηλιακή ενέργεια, ενώ τα χαρακτηριστικά ορισμένων ενεργειακών αναγκών δίνουν το προβάδισμα στη χρήση βιομάζας. Η συνεχής τεχνολογική εξέλιξη δίνει συνεχώς νέες δυνατότητες στην αξιοποίηση της υπολειμματικής βιομάζας, αλλά εδώ εστιάζω στην πιο απλή, την συλλογή και πρώτη μεταποίηση σε στερεά μορφή (pellets ή briquettes) ή σε βιοαέριο (για τα αστικά και κτηνοτροφικά λύματα με παράλληλη παραγωγή κομπόστ και θερμότητας). Με την αξιοποίηση αυτών των ροών ΑΠΕ παράγονται τρία οικονομικά αποτελέσματα. Εξοικονόμηση στην εισαγωγή ενέργειας στην τοπική οικονομία, μείωση του ενεργειακού κόστους και αύξηση της τοπικά προστιθέμενης αξίας και των θέσεων εργασίας.

Για την αξιοποίηση τη ς υπολειμματικής βιομάζας στη γεωργία απαιτείται η λειτουργία μικρών επιχειρήσεων (συνεταιρισμών εργαζομένων) που θα συλλέγουν τη βιομάζα από τους αγρούς («καθαρίζοντάς» τους δίχως επιβάρυνση για τους αγρότες), θα τη μεταποιούν σε στερεά μορφή και θα την παρέχουν μαζί με τον κατάλληλο εξοπλισμό σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, βάση συμβολαίων. Η χρηματοδότηση μπορεί να γίνει από τράπεζες – ιδιαίτερα τις τράπεζες ειδικού σκοπού που προβλέπουμε στο πρόγραμμά μας – με τη μορφή leasing, τόσο για τα μεταφορικά μέσα και τη μονάδα μεταποίησης όσο και για τον εξοπλισμό που θα διατίθεται στους πελάτες. Υπολογίζεται ότι οι τελικοί χρήστες θα εξοικονομούν 30%-40% σε ενεργειακό κόστους – μπορεί και περισσότερο, ανάλογα με τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου).

Αντίστοιχα, η βιομάζα από κτηνοτροφική δραστηριότητα αποτελεί αντικείμενο αξιοποίησης για παραγωγή κομπόστ, βιοαερίου και θερμότητας. Τα δύο τελευταία μπορούν να αξιοποιηθούν σε μονάδες μεταποίησης και θερμοκήπια που βρίσκονται ή θα χωροθετηθούν κοντά τους, δημιουργώντας ένα βιοτεχνικά οικοσυστήματα, όπου οι εκροές της μιας μονάδας θα αποτελούν εισροές της άλλης. Αυτές οι μονάδες απαιτούν μεγαλύτερη επένδυση και μπορούν να είναι συνεταιρισμοί παραγωγών (δηλαδή των κτηνοτροφικών μονάδων) ή μικτοί συνεταιρισμοί (όπου θα συμμετέχουν και οι εργαζόμενοι). Και στις δύο περιπτώσεις που περιγράφηκαν παραπάνω πέρα της τραπεζικής χρηματοδότησης μπορεί να αξιοποιηθεί το νέο ΕΣΠΑ (στους αντίστοιχους άξονες για το περιβάλλον και τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με εργαλεία του ΕΚΤ).

Στην παραπάνω περιγραφή περιγράφονται σαφώς και οι μορφές και τα κοινωνικά υποκείμενα που θα συμμετέχουν σε αυτές (εργαζόμενοι, αγρότες, κτηνοτρόφοι). Το κοινωνικο-τεχνικό σύστημα επεκτείνεται και στους παραγωγούς και εγκαταστάτες εξοπλισμού, τους μελετητές κλπ. Το ζητούμενο είναι πώς φτάνουμε από την παρούσα κατάσταση σε αυτή που περιγράφηκε. Αυτό δεν αφορά στις απαραίτητες επενδύσεις όσο στην ενεργοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού σε αυτή την κατεύθυνση. Προφανώς απαιτείται ενημέρωση και εκπαίδευση. Το πιο ισχυρό παιδαγωγικό εργαλείο όμως είναι το παράδειγμα. Πέρα από την ένταξη συγκεκριμένων δράσεων στα προγράμματα του νέου ΕΣΠΑ, μια λύση είναι να αξιοποιηθούν και νέα χρηματοδοτικά εργαλεία και μηχανισμοί. Ένα από αυτά είναι η αξιοποίηση της «χρηματοδότησης από το πλήθος» (crowdfunding), όπου πολλοί συνεισφέρουν ένα μικρό ποσό για το σκοπό ενός σχεδίου. Άλλη λύση είναι να αξιοποιηθεί ένα Περιφερειακό Αναπτυξιακό Ταμείο ή Πιστωτικοί Συνεταιρισμοί που θα συμμετέχουν στο αρχικό κεφάλαιο με ένα σαφές πρόγραμμα αποχώρησης με τη μεταβίβαση της συμμετοχής στους συνεταιριζόμενους (εργαζόμενους, παραγωγούς κ.λπ.). Έτσι το κεφάλαιο του Ταμείου θα ανακυκλώνεται, αποσβαίνοντας το κόστος τυχόν αποτυχιών, και επανεπενδύεται σε νέα εγχειρήματα, πιο απαιτητικά και πιο πολύπλοκα. Ο σκοπός αυτής της παρέμβασης δεν είναι μόνο να μειώσει το κόστος επένδυσης ή το φραγμό που αυτό αποτελεί, αλλά και συμβάλλει και στην ανάπτυξη του κοινωνικού κεφαλαίου (νοοτροπία, εμπιστοσύνη, τεχνογνωσία συνεργασίας, κοινωνική και θεσμική πύκνωση κ.λπ.) που αποτελεί το θεμέλιο της μετάβασης σε μια οικονομία των παραγωγών, με «μηδενικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα» και αυξημένη τοπικά προστιθέμενη αξία μέσα από την πολυδραστηριότητα στον ύπαιθρο χώρο.


Ο Δρ. Γιώργος Σταμπουλής, είναι Λέκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στο γνωστικό αντικείμενο «Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσθέστε τα σχόλια σας:

Σκοπός του μπλογκ αυτού είναι: Nα συγκεντρώσει τον προβληματισμό και τις προτάσεις για τη χάραξη μιας νέας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.


Έχουμε οδηγηθεί σε έναν πλήρη εκτροχιασμό από την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου, και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω", οπότε, ακόμη και αν ξαφνικά "βρέξει χρήματα", δεν θα επωφεληθούν παρά οι παρασιτικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση δεν θα ξεπεραστεί, εάν η χώρα δεν ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, την δημιουργική ψυχή - στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, αν δηλαδή δεν ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τα αδιέξοδα και να ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία¹.
"Δεν θα χαράξουμε όμως τέτοια στρατηγική χωρίς βαθιά συνείδηση, με γνώμονα πάντοτε τους καιρούς που ζούμε:
Πρώτον, του τι μας συμβαίνει, του βαθύτερου δηλαδή χαρακτήρα της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μας υπόσταση και στη συνολική συνακόλουθα μοίρα του Ελληνισμού.
Δεύτερον, του γιατί μας συμβαίνει, του πώς δηλαδή οι «χρυσοφόρες» δεκαετίες της μεταπολιτευτικής… χαύνωσης {των πολλών ευρωπαϊκών «πακέτων», της «Αλλαγής», του «εκσυγχρονισμού» και «της ισχυρής Ελλάδας»} μας οδήγησαν, ...στη μετανεωτερική υποτέλειά μας εντός της …Ευρωπαϊκής Ένωσης (με καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ισοτιμίας και ανεξαρτησίας στο πλαίσιό της!).
Τρίτον, τέλος, του πώς θα βγούμε από τα πνιγηρά αδιέξοδά μας και θα μπούμε στη δύσκολη τροχιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας, με πλήρη επίγνωση των απαιτούμενων σε βάθος χρόνου μεγάλων θυσιών από τον (καλά ενημερωμένο!) λαό μας."²