Κατανοώντας τον αντιπληθωρισμό. Του Κώστα Μελά

Πηγή:  Κώστας Μελάς                                      Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014


Πολλοί παρατηρητές εμφανίζονται να υποτιμούν την συνεχόμενη απειλή αντιπληθωρισμού, τουλάχιστον όταν πρόκειται για τις μειώσεις στην αξία των στοιχείων  ενεργητικού και των ακινήτων.
Οι περισσότερες από τις πρόσφατες συζητήσεις σχετικά με τον αντιπληθωρισμό φαίνεται να αγνοούν τους κύριους κινδύνους που τίθενται σε μια οικονομία που οδεύει προς τον αντιπληθωρισμό, ενώ παράλληλα  εμφανίζονται να προσφέρουν επιφανειακές λύσεις. Επίσης δεν κατανοούν ότι ίδιος ο αντιπληθωρισμός δεν είναι το κύριο πρόβλημα, αλλά οι παράγοντες  που τον προκαλούν.
Ο αντιπληθωρισμός διακρίνεται μεταξύ εκείνων των περιπτώσεων στις οποίες αποτελεί πραγματική απειλή για την οικονομία και τις πιο ακίνδυνες περιπτώσεις. Ένας αντιπληθωρισμός που οδηγεί στην οικονομική καταστροφή θα μπορούσε κάλλιστα να συμβεί ξανά εάν δεν ληφθούν σύντομα δραστικά και αποφασιστικά μέτρα για την καταπολέμησή του.
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών, πολλοί οικονομικοί αναλυτές έχουν εκφράσει την ανησυχία τους για την πιθανότητα να περιέλθει η ευρωπαϊκή οικονομία σε μια παρατεταμένη περίοδο αντιπληθωρισμού τιμών. Τα δεδομένα σχετικά με την εξέλιξη των τιμών έχουν αναλυθεί επαρκώς  για την τεκμηρίωση αυτού του φόβου, αλλά ακόμα δεν φαίνεται οι αποδείξεις να είναι καταλυτικές. Ο πρόεδρος της ΕΚΤ και τα υπόλοιπα μέλη του ΔΣ  έχουν προσπαθήσει να ηρεμήσουν τις χρηματοπιστωτικές αγορές, βεβαιώνοντας  ότι διαθέτουν επαρκή αριθμό μέσων και τρόπων για να πολεμήσουν τον αντιπληθωρισμό. (Monthly Bulletin May,JuneJuly 2014). Πολλοί θεωρούν ότι η οικονομία της ευρωζώνης  είναι διαφορετική από την αντίστοιχη της Ιαπωνίας (που κυριολεκτικά υπέφερε από τον αντιπληθωρισμό πάνω από δέκα έτη) και οι σχεδιαστές της οικονομικής πολιτικής πιο έξυπνοι. Χθες ακόμη (Le Monte, 12.08.2014) ο Διοικητής της Bundesbank Jens Weidmann, υποστήριξε ότι δεν υπάρχει κανένα σενάριο που να οδηγεί την ευρωζώνη σε αντιπληθωρισμό.  
Αυτό που λείπει από τις περισσότερες αναλύσεις επί αυτού του θέματος είναι μια σαφής συζήτηση των αιτιών των αντιπληθωριστικών  πιέσεων που φαίνονται να επηρεάζουν τις μεγάλες οικονομίες , τη μια μετά την άλλη, σε παγκόσμια κλίμακα. Οι περισσότερες συζητήσεις και αναλύσεις εμφανίζονται να θεωρούν ότι ο αντιπληθωρισμός είναι εξ’ ορισμού ένα κακό σύμπτωμα, αλλά δεν αναγνωρίζουν τα κόστη, που μπορεί να σχετίζονται με αυτόν. Υποστηρίζεται ότι ο αντιπληθωρισμός μπορεί και συνήθως παράγει μεγάλα οικονομικά και κοινωνικά κόστη, αλλά ταυτόχρονα είναι σημαντικότερο να κατανοηθεί  ότι ο ίδιος αντιπληθωρισμός είναι ένα σύμπτωμα των δομικών και χρόνιων οικονομικών προβλημάτων.
Αυτή η διάκριση γίνεται περισσότερο κατανοητή όταν κανείς ασχοληθεί με το σχεδιασμό και την εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής. Στην περίπτωση αυτή εάν ο αντιπληθωρισμός είναι το αρχικό πρόβλημα, κατόπιν κάποιος μπορεί να προτείνει συγκεκριμένα σχεδιασμένες πολιτικές με σκοπό να σταματήσουν οι πτώσεις τιμών. 
Θα πρέπει να σημειώσουμε εμφατικά ότι η αντιμετώπιση του αντιπληθωρισμού θα πρέπει να στοχεύει στα υποκείμενα οικονομικά προβλήματα που παράγουν τις αντιπληθωριστικές πιέσεις παρά στο μειωμένο γενικό επίπεδο τιμών.
Η τρέχουσα κατάσταση στην ευρωζώνη πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής ( νομισματική και δημοσιονομική πολιτική) την κυρίως την περίοδο από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και μετά). Η κρίση χρέους των περιφερειακών χωρών αντιμετωπίστηκε με τον πλέον λανθασμένο τρόπο : την βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή. Η πολιτική αυτή επεκτάθηκε και στις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης επιχειρώντας να μειώσει τα δημοσιονομικά ελλείμματα των χωρών-μελών κάτω από το όριο του 3,0% και συγχρόνως να μειώσει και τις επιδράσεις του στο δημόσιο χρέος. Τα αποτελέσματα είναι: ο σχετικός περιορισμός των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, κάτι το επιβαλλόμενο μετά την σημαντική επιβάρυνσή τους λόγω του κόστους διάσωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα,  αλλά λόγω του επιλεχθέντος τρόπου προκλήθηκε μείωση του ΑΕΠ κάτι που αύξησε, αντί να μειώσει το ΔΧ ως % του ΑΕΠ. Η ανεργία αυξήθηκε σημαντικά και σε ορισμένες χώρες τόσο υπερβολικά ώστε  να διασαλεύεται η κοινωνική συνοχή.
Πίνακας 1
ΕΥΡΩΖΩΝΗ. Διάφοροι Μακροοικονομικοί  Δείκτες.











ΕΤΟΣ
HICP
ΑΕΠ
ΔΗΜΟΣ
ΔΧ/ΑΕΠ
ΑΝΕΡΓΙΑ



ΙΣΟΖΥΓ


2008



70,1

2009



80

2010
1,6
1,9
-6,2
85,5
10,1
2011
2,7
1,6
-4,1
87,4
10,1
2012
2,5
-0,7
-3,7
90,7
11,3
2013
1,4
-0,4
-3
92,6
11,9
2014/1
0,8
Q1/0,9


11,7
2014/2
0,7




2014/3
0,5




2014/4
0,7




2014/5
0,5




2014/6
0,5




Πηγή : ΕΚΤ

Β.
Ο αντιπληθωρισμός μπορεί να οριστεί ως μια γενική πτώση του επιπέδου τιμών. Πολλοί αναλυτές, με την υιοθέτηση αυτού του ορισμού, αναφέρονται σε έναν από τους κοινούς δείκτες τιμών: τον Δείκτη Τιμών Κατανάλωσης (ΔΤΚ), στον αποπληθωριστή του ΑΕΠ, ή σε έναν από τους λιγότερο χρησιμοποιούμενους δείκτες, όπως ο δείκτης χονδρικών τιμών ή ο δείκτης τιμών των μεταποιητικών αγαθών. Εντούτοις, αυτός ο ορισμός οδηγεί σε κάποια ασάφεια και δημιουργεί πολλά ερωτήματα. Όλοι οι δείκτες τιμών είναι τεχνητά κατασκευάσματα και αντανακλούν τις υποθέσεις με βάση τις οποίες σχηματίζονται. Ο ΔΤΚ και ο αποπληθωριστής του ΑΕΠ περιλαμβάνει πολλές "καθ' υπολογισμό" τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών που δεν πωλούνται τακτικά στις αγορές. Η μέτρηση των τιμών κατά τη διάρκεια του χρόνου (που είναι ουσιαστικός να καθορίσει εάν οι τιμές πέφτουν) οδηγεί στα γνωστά προβλήματα που προκύπτουν από τις βελτιώσεις στα αγαθά και  που μεταβάλουν τα επιμέρους βάρη τους στο καλάθι αγορών του χαρακτηριστικού καταναλωτή. Με άλλα λόγια, ο αντιπληθωρισμός από μόνος του δεν αποτελεί , απαραιτήτως και πάντα, πρόβλημα, για αρκετούς λόγους.
 Κατ΄ αρχάς, είναι βεβαίως πιθανό, αν και λίγο δύσκολο, να καταγράφει ένας μειωμένος δείκτης (π.χ., ο ΔΤΚ) ακόμα κι όταν καμία εταιρεία δεν εισπράττει χαμηλότερες τιμές για τα προϊόντα της. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί, παραδείγματος χάριν, εάν η  τεχνολογική πρόοδος οδηγούσε στη βελτιωμένη ποιότητα όλης (ή μιας σημαντικής μερίδας) της παραγωγής όταν οι δαπάνες είναι σταθερές. Οι τιμές που υπολογίζονται βάση της ποιότητας για το δείκτη θα έπεφταν ακόμα κι αν οι πραγματικές τιμές πωλήσεων (ως εκ τούτου, και τα έσοδα και τα εισοδήματα) παρέμεναν σταθερές. Σε διάφορα άλλα σενάρια, συμπεριλαμβανομένου και αυτό σχετικά με την αυξανόμενη παραγωγικότητα (παραγωγή ανά ώρα εργασίας), οι εταιρίες ή οι καταναλωτές δεν θα θεωρούσαν τον "αντιπληθωρισμό" ως πρόβλημα. Πράγματι, μια αναπτυσσόμενη και καινοτόμος οικονομία αγοράς θα ανέμενε να δει τέτοιες μεταβολές τιμών σε μεγάλη συχνότητα και σε μια αρκετά μεγάλη κλίμακα που θα είχε επιπτώσεις στους γενικούς δείκτες τιμών, ωθώντας τους μερικές φορές επάνω, και άλλες φορές προς τα κάτω.  Αλλά τέτοιες αλλαγές δεν πρέπει να ανησυχούν τους σχεδιαστές πολιτικής και δεν πρέπει έτσι να οδηγούν σε πολιτικές απαντήσεις.
Όπως είναι γνωστό, οι τιμές εξυπηρετούν πολλές λειτουργίες στη σύγχρονη οικονομία. Οι τιμές επιτρέπουν στις εταιρίες να καλύψουν τις δαπάνες τους και να συσσωρεύσουν κέρδη για να χρηματοδοτήσουν εσωτερικές επενδύσεις. Σε μια οικονομία όπου όλες οι υπόλοιπες μεταβλητές παραμένουν αμετάβλητες, κάθε επιχείρηση προτιμά να πωλεί τα προϊόντα της  σε  υψηλότερες τιμές. Όμως παρότι η προηγουμένη άποψη είναι γενικά αποδεκτή,  οι μειωμένες τιμές της παραγωγής για μια επιχείρηση ή και για ένα οικονομικό τομέα ακόμη, μπορούν να αποτελούν μέρος των  μακροπροθέσμων  στρατηγικών  σχεδίων τους.
 Κατά τη διάρκεια της έξαρσης της Νέας Οικονομίας, παραδείγματος χάριν, οι τιμές των προϊόντων υψηλής τεχνολογίας μειώνονταν γενικά για ποικίλους λόγους, μερικοί από τους οποίους είναι ευρέως γνωστοί. Πριν από όλα, υπάρχει ο κανονικός "κύκλος παραγωγής προϊόντων", σύμφωνα με τον οποίο τα νέα προϊόντα πωλούνται σε υψηλές τιμές στις ανώτερες εισοδηματικές κατηγορίες, και κατόπιν οι πωλήσεις φιλτράρονται βαθμιαία προς τις χαμηλού εισοδήματος κατηγορίες  καθώς οι τιμές πέφτουν (όπως τα βίντεο και τα κινητά τηλέφωνα που είναι καλά παραδείγματα). Δεύτερον, οι ταχείς τεχνολογικές πρόοδοι, ειδικά στην κατασκευή των υπολογιστών και των περιφερειακών μονάδων οδήγησαν σε γρήγορη μείωση των δαπανών παραγωγής, ενώ ο ανταγωνισμός ανάγκασε τις λιανικές τιμές να πέσουν.  (Οι τιμές που ρυθμίζονται βάση της ποιότητας μειώθηκαν σε ακόμα πιο γρήγορο ρυθμό).  Τρίτον, η κατασκευή των προϊόντων υψηλής τεχνολογίας κινήθηκε προς τους χαμηλού κόστους ξένους παραγωγούς, όπως η παροχή πολλών υπηρεσιών που συνδέθηκαν με αυτό το τομέα. Ως εκ τούτου, οι μειωμένες τιμές πωλήσεων δεν ήταν απαραιτήτως ασυμβίβαστες με την υγιή απόδοση των εταιρειών (τα αποτελέσματα στους καταναλωτές ήταν επίσης καλά, αν και οι μετατοπισμένοι εργαζόμενοι υπέστησαν αρκετά δεινά). Ενώ οι καινοτομίες της Νέας Οικονομίας δεν μπόρεσαν πιθανώς να παράγουν τον αντιπληθωρισμό όπως μετριέται από τους συμβατικούς δείκτες, οι καινοτομίες που είχαν επιπτώσεις στους μεγαλύτερους τομείς της οικονομίας πιθανώς να επέφεραν θετικές επιπτώσεις, μετρώντας τον αντιπληθωρισμό σε μια αναπτυσσόμενη οικονομία.  Αυτό δεν είναι το είδος του αντιπληθωρισμού που πρέπει να ανησυχήσει τους σχεδιαστές πολιτικής.

Γ.
Ενώ λίγοι οικονομικοί αναλυτές μιλούν με συγκεκριμένο τρόπο, οι περισσότεροι δείχνουν ανήσυχοι για τη πιθανότητα ενός αντιπληθωρισμού παρόμοιου με αυτόν της δεκαετίας του '30. Ο Irving Fisher[1] (1933) τον είχε αποκαλέσει «αντιπληθωρισμό χρέους». Επίσης ο Minsky[2] είχε επισημάνει  ότι ενώ οι τιμές παραγωγής μειώθηκαν μόνο κατά 25 τοις εκατό κατά τη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, οι τιμές των ακινήτων μειώθηκαν κατά 85 τοις εκατό. Δηλαδή αντίθετα από τους περισσότερους πρόσφατους σχολιαστές, και ο Fisher και o Minsky, όταν αναφέρονταν στον αντιπληθωρισμό, υπογράμμιζαν τις μειωμένες τιμές των ακινήτων – και κυρίως των παγίων και των αγροκτημάτων της δεκαετίας του '30 -  και όχι τους μειωμένους δείκτες των τιμών παραγωγής[3].
 Αυτό δεν υπονοεί ότι τα δύο συστήματα τιμών είναι ανεξάρτητα. Οι ανταγωνιστικές πιέσεις και η ανεπαρκής ζήτηση – η οποία οφειλόταν, στο μεγαλύτερο μέρος της, στις μειωμένες επενδύσεις καθώς επίσης και στην ακατάλληλη δημοσιονομική πολιτική   – οδήγησαν στις μειωμένες πωλήσεις και σε μειωμένες  τιμές παραγωγής στη δεκαετία του '30. Στη συνέχεια, αυτό οδήγησε στις προσωρινές απολύσεις εργαζομένων  και την πίεση για περικοπές αμοιβών. Οι μειωμένες αμοιβές και η συρρικνωμένη  ζήτηση συνεχίστηκαν και κατά συνέπεια, οδήγησαν σε έναν αρνητικό κύκλο περικοπών τιμών, πτώσης αμοιβών, μείωσης στην απασχόληση και στις πωλήσεις.
Αυτό ήταν αρκετά κακό, αλλά και η δεκαετία του ’20 χαρακτηρίστηκε από μια προπαρασκευαστική περίοδο χρέους του ιδιωτικού τομέα: η πρώτη έκρηξη καταναλωτικού χρέους εμφανίστηκε στη δεκαετία του '20: οι αγρότες δανείστηκαν σε μεγάλο βαθμό για να χρηματοδοτήσουν τις αγορές εκτάσεων και οι εταιρίες άρχισαν να στηρίζονται σε μεγαλύτερο  ποσοστό στην εξωτερική χρηματοδότηση με την άνοδο αυτού που ο Rudolf Hilferding[4] αποκάλεσε «χρηματιστικό κεφάλαιο». Επειδή τα χρέη αναφέρονταν σε ονομαστικούς όρους (σταθερά ποσά δολαρίων), οι μειωμένες τιμές πωλήσεων και οι μειωμένες αμοιβές κατέστησαν αδύνατη τη συντήρηση των χρεών. Οι μη-πληρωμές των ιδιωτικών χρεών συσσωρεύτηκαν και προκάλεσαν καταστροφή του τραπεζικού συστήματος, εξατμίζοντας τις αποταμιεύσεις των καταθετών. Τα μόνιμα αποτελέσματα αυτής της κατάληξης ήταν ο φόβος της μόνιμης υπερχρέωσης, που επέφερε τον οικονομικό συντηρητισμό, καθώς επίσης και καταστροφή των σχέσεων τραπεζιτών-οφειλετών, εμποδίζοντας την αποκατάσταση της οικονομικής μεγέθυνσης, συμβάλλοντας  στην οικονομική κρίση που διάρκεσε μια ολόκληρη δεκαετία (και που χειροτέρευσε,  από τις αρνητικές  επιπτώσεις των δημοσιονομικών  περιορισμών).
Σημειώνεται ότι αρκετά από τα πρόωρα προγράμματα της Νέας Συμφωνίας (New Deal), όπως η υποστήριξη των γεωργικών τιμών, είχαν συγκεκριμένο σκοπό να σταματήσουν την πτώση των τιμών των προϊόντων και των αμοιβών. Αυτά τα προγράμματα προφανώς βασίστηκαν στην πεποίθηση ότι το κύριο πρόβλημα ήταν οι μειωμένες τιμές και οι αμοιβές. Όμως τα συγκεκριμένα προγράμματα ήταν κατά ένα μεγάλο μέρος τους ανεπιτυχή. Εκτός από τα συνταγματικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν, οι πιέσεις της αγοράς προέτρεψαν τις εταιρίες να παρακάμψουν τα προγράμματα περικόπτοντας τις αμοιβές και τις τιμές με κάθε τρόπο. Κάποιος θα μπορούσε να δει αυτά τα προγράμματα ως προσπάθειες θεραπείας των συμπτωμάτων (πτώσεις στις αμοιβές και τις τιμές) παρά της υποκείμενης ασθένειας (ανεπαρκής ζήτηση).
 Πολλά από τα μεταγενέστερα προγράμματα της Νέας Συμφωνίας  είχαν ως σκοπό να αποκαταστήσουν τη ζήτηση: άμεσα προγράμματα απασχόλησης και διάφορα προγράμματα εισοδηματικής υποστήριξης μεταξύ των οποίων το μεγαλύτερο ήταν η κοινωνική ασφάλιση. Είναι κοινή  πεποίθηση ότι αυτά αποδείχθηκαν επιτυχέστερα από τα προγενέστερα προγράμματα ακριβώς επειδή στόχευσαν στην ασθένεια, και όχι στο σύμπτωμα των μειωμένων τιμών.
Δυστυχώς, τα προγράμματα της Νέας Συμφωνίας  που σχεδιάστηκαν για να στηρίξουν την συνολική ζήτηση υπερνικήθηκαν από τις προσπάθειες να ισορροπηθεί ο προϋπολογισμός το 1936. Πριν από την έναρξη του 2ου Παγκόσμιου πολέμου, η κυβέρνηση άρχισε να παρουσιάζει τα επαρκή δημοσιονομικά ελλείμματα, και μόνο τότε τερματίστηκε η μεγάλη οικονομική κρίση , και άρχισε η χρυσή εποχή του Keynes.
Η ανάλυση του Minsky έδειξε τη διαφορά μεταξύ της προπολεμικής «Μικρής Κυβερνητικής παρέμβασης» και της μεταπολεμικής «Μεγάλης Κυβερνητικής παρέμβασης».  Όταν το μέγεθος του κρατικού προϋπολογισμού αυξήθηκε περίπου στο 20 με 25% της παραγωγής του έθνους, από το 3%  προγενέστερα τον ίδιο αιώνα, επέτρεψε στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση να αντιδράσει στη μειωμένη ιδιωτική ζήτηση κατά τη διάρκεια των μεταπολεμικών κρίσεων. Το κυβερνητικό έλλειμμα θα αυξανόταν (κατά ένα μεγάλο μέρος αυτόματα, καθώς τα φορολογικά έσοδα που είναι συνδεδεμένα με την οικονομική επίδοση μειώθηκαν ακόμα περισσότερο καθώς τα έξοδα εισοδηματικής υποστήριξης αυξήθηκαν) και θα παρείχε μια αναγκαία ώθηση στην ζήτηση.  Σημαντικότερα, σύμφωνα με τον Minsky[5], το αυξανόμενο έλλειμμα θα στήριζε τα εταιρικά κέρδη (όπως καταδεικνύεται στην εξίσωση Levy-Kalecki[6])  και με αυτόν τον τρόπο θα βοηθούσε τις εταιρείες να αντεπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Κατ' αυτό τον τρόπο, η μειωμένη ιδιωτική ζήτηση δεν δημιούργησε απαραιτήτως καταιγιστικά φαινόμενα μη πληρωμών χρεών και κατέληξε σε έναν αντιπληθωρισμό χρέους Minsky-Fisher. Κατά την άποψη του Minsky, τα δημοσιονομικά ελλείμματα, μαζί με την επέμβαση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Αποθεμάτων (FED) ως δανειστή έσχατης ανάγκης  για την αποτροπή χρεών των άλλων τραπεζών, ήταν το μέσο εξάλειψης των μεγάλων οικονομικών κρίσεων και τoυ αντιπληθωρισμού χρέους από την Αμερικανική οικονομία κατά τις τελευταίες έξι δεκαετίες.
Η βασική θέση για την καταπολέμηση του αντιπληθωρισμού, όπως γίνεται άμεσα κατανοητό, οφείλεται στον Keynes: επεκτατική δημοσιονομική πολιτική για τη χρηματοδότηση αναπτυξιακών προγραμμάτων καθώς και φορολογικές περικοπές. Τέτοια μέτρα μειώνουν την ανεργία, αυξάνουν την ανάπτυξη, και ανακουφίζουν τις αντί-πληθωριστικές πιέσεις.

Δ.
Δύο εναλλακτικές στρατηγικές για την αποφυγή του αντιπληθωρισμού συγκεντρώνουν σήμερα την μεγαλύτερη προσοχή.
 H πρώτη από αυτές υποστηρίζει ότι απαιτείται αύξηση της κατανάλωσης του ιδιωτικού τομέα που θα οδηγήσει  την εισοδηματική ροή της οικονομίας στο απαιτούμενο επίπεδο , θα αυξήσει τα κρατικά έσοδα εξασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο την ισορροπία στον κρατικό προϋπολογισμό. Το ζήτημα είναι, εκτός αν το αποτέλεσμα στον τρέχοντα  προϋπολογισμό βελτιώνεται κατά πολύ, ότι ένας ισορροπημένος  προϋπολογισμός το πιθανότερο θα συνεπάγεται  ένα τεράστιο ποσό νέου δανεισμού εκ μέρους του ιδιωτικού τομέα, το οποίο πηγαίνει να προστεθεί  στο ποσό του ιδιωτικού χρέους. Βεβαίως η επιδιωκόμενη μεγέθυνση των εισοδημάτων του ιδιωτικού  τομέα, αν επιβεβαιωθεί, το πιθανότερο είναι όχι μόνο να εξυπηρετεί το νέο χρέος χωρίς πρόβλημα ,αλλά με την επίδρασή της στην μεγέθυνση του ΑΕΠ να μειώσει το ποσοστό του χρέους ως προς το ΑΕΠ.
Η δεύτερη εναλλακτική στρατηγική αφορά στην αύξηση της προσφοράς χρήματος, η οποία αποτελεί μέρος της μονεταριστικής σχολής των οικονομικών. Δηλαδή πρόκειται για άσκηση επεκτατικής νομισματικής πολιτικής. Η προσπάθεια να γίνει η νομισματική πολιτική επεκτατική, αντιμετωπίζει το γνωστό πρόβλημα των διαύλων μέσω των οποίων επιχειρείται να μεταβιβαστεί η παρεχόμενη ρευστότητα στην οικονομία. Είναι γνωστό ότι ο βασικός δίαυλος είναι το τραπεζικό σύστημα. Ανάλογα με την κατάσταση που βρίσκεται το τραπεζικό σύστημα παρουσιάζονται ποικίλα προβλήματα στη μεταβίβαση της πρόσθετης ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Σήμερα λ.χ. το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται ακόμη σε κατάσταση απομόχλευσης κάτι που δυσκολεύει αφάνταστα οποιαδήποτε παροχή ρευστότητας. Κατά την άποψή μας, εκείνοι που θεωρούν ότι η EKT μπορεί να μάχεται αποτελεσματικά τις αντιπληθωριστικές πιέσεις με τα νομισματικά εργαλεία της (ακόμη και με τα μη συμβατικά εργαλεία της), δεν έχουν αναγνωρίσει τις αιτίες του αντιπληθωρισμού, ούτε έχουν διατυπώσει την πολιτική για να επιλύσουν τα οικονομικά προβλήματα που παράγουν τις αντιπληθωριστικές πιέσεις. Στην καλύτερη περίπτωση, μεταχειρίζονται μόνο τα συμπτώματα, και όχι η ασθένεια.
Η άποψη αυτή εξετάστηκε σοβαρά με την άνοδο του μονεταρισμού στη δεκαετία του '70. Είναι πλέον η προσέγγιση που συνήθως συζητείται. Η κεντρική τράπεζα υποτίθεται ότι είναι σε θέση να σταματήσει τον αντιπληθωρισμό με τα νομισματικά μέσα που διαθέτει. Αυτό αποτελεί φυσικά συνέχεια της διάσημης θέσης Milton Friedman και Anna J. Schwartz ότι η μεγάλη οικονομική κρίση προκλήθηκε από την ανόητη νομισματική πολιτική της FED: όταν η FED μείωσε την προσφορά χρήματος, οι τιμές κατέρρευσαν προκαλώντας μια εκτενή πτώχευση. Η λύση; Αύξηση του ρυθμού μεγέθυνσης της προσφοράς χρήματος. Οι σχολιαστές δεν είναι συγκεκριμένοι, αλλά υπάρχει μια συνήθως συγκρατημένη πεποίθηση ότι η αύξηση της προσφοράς χρήματος μέσω της νομισματικής πολιτικής της ΚΤ είναι η απάντηση στον αντιπληθωρισμό. Ας εξετάσουμε αυτήν την δυνατότητα με περισσότερες λεπτομέρειες.
Ο Friedman μία φορά αστειεύτηκε ότι μπορούμε να αναλύουμε τις εγχύσεις χρημάτων των κεντρικών τραπεζών στην οικονομία με βάση της υπόθεσης ότι τα ελικόπτερα απλά ρίχνουν τα χρήματα από τον ουρανό. Στον πραγματικό κόσμο, καμία κεντρική τράπεζα δεν θα εξέταζε μια τέτοια πολιτική. Μάλλον, οι πραγματικές κεντρικές τράπεζες είτε συμμετέχουν στις πράξεις ανοικτής αγοράς του κρατικού χρέους, ή δανείζουν το τραπεζικό σύστημα μέσω πράξεων προεξόφλησης. Είναι πολύ σημαντικό να κατανοηθεί ότι οι κεντρικές τράπεζες λαμβάνουν αυτά τα μέτρα προκειμένου να παρέχουν ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα. Τα τελευταία χρόνια, οι περισσότεροι αναλυτές αναγνωρίζουν ότι η παροχή χρηματικών αποθεμάτων  είναι αδιάκριτη από την άποψη της κεντρικής τράπεζας δηλαδή, τα χρηματικά αποθέματα παρέχονται μόνο όταν τα χρειάζεται το τραπεζικό σύστημα.
  Ο λόγος είναι αρκετά απλός.  Όταν οι τράπεζες δεν έχουν επαρκή χρηματικά αποθέματα (ρευστά), πρέπει να αποταθούν στην διατραπεζική αγορά (overnight) για να δανειστούν τα χρηματικά αποθέματα που χρειάζονται. Εάν το τραπεζικό σύστημα στο σύνολό του έχει ελλιπή χρηματικά αποθέματα, η ζήτηση δανείων κεφαλαίων υπερβαίνουν τις προσφορές, ασκώντας ανοδική πίεση στο ομοσπονδιακό επιτόκιο. Όλες οι κεντρικές τράπεζες θέτουν συγκεκριμένο επίπεδο (overnight) επιτοκίου συνδεόμενο με τους στόχους της νομισματικής πολιτικής που έχουν χαράξει, και όταν το επιτόκιο φθάσει στο προσδιορισμένο ύψος από τις δυνάμεις της προσφοράς και ζήτησης των διαφόρων τραπεζικών ιδρυμάτων στη διατραπεζική αγορά, η  κεντρική τράπεζα επεμβαίνει παρέχοντας την απαιτούμενη ρευστότητα έτσι ώστε να καλυφθεί η υπερβάλλουσα ζήτηση και να διατηρηθεί το επιτόκιο στο ύψος που έχει καθοριστεί ως στόχος.
  Στο παρελθόν, διάφορες κεντρικές τράπεζες, όπως πχ η FED, είχε πειραματιστεί θέτοντας στόχους σε σχέση με τα δανειακά χρηματικά αποθέματα(ρευστά) καθώς  και τα μη δανειακά αποθέματα, αλλά το συνολικό χρηματικό απόθεμα (δηλαδή το άθροισμα και των δύο) δεν βρίσκεται στον απόλυτο έλεγχο της ΚΤ.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμη και στην περίπτωση που εξαντληθεί το όριο για την αγορά  χρεογράφων που έχει θέσει ως όριο μια ΚΤ(πχ η  FED και η ΕΚΤ, ακόμη και τότε η ΚΤ μπορεί να συνεχίσει την παροχή ρευστότητας μέσω της αγοράς μακροπρόθεσμων κυβερνητικών ομολόγων, ή ακόμα και με την αγορά ιδιωτικών χρεογράφων. Μόλις το τραπεζικό σύστημα αποκτήσει  το ύψος των χρηματικών αποθεμάτων που επιθυμεί να διακρατήσει, οι περαιτέρω αγορές από την ΚΤ θα παράγουν απλά υπερβολικές προσφορές ρευστότητας. Κάτι τέτοιο θα προκαλέσει καθοδική πίεση στο ομοσπονδιακό επιτόκιο  οδηγώντας στο τελικό του ύψος που είναι το μηδέν. Περαιτέρω αγορές χρεογράφων από την ΚΤ, θα προκαλέσουν απλά μια αντικατάσταση στους ισολογισμούς των τραπεζών των μη κερδοφόρων ρευστών αποθεμάτων από ομόλογα.  Το τελικό αποτέλεσμα δεν θα είναι η αύξηση προσφοράς χρήματος, αλλά η υπερβολική διατήρηση χρηματικού αποθέματος και λιγότερων ομολόγων από τις τράπεζες. Επιπλέον, το ομοσπονδιακό επιτόκιο θα μείνει στο μηδέν, και είναι πιθανό ότι τα επιτόκια στα μακροπρόθεσμα ομόλογα θα υποστούν μείωση. Η κίνηση προς ένα μηδενικό στόχο του  επιτοκίου της ΚΤ, θα μπορούσε να προσθέσει κάποιο ερέθισμα στην οικονομία (η εμπειρία της Ιαπωνίας  μέχρι σήμερα πρέπει να προκαλέσει μια αμφιβολία ως προς τη δύναμη μιας τέτοιας λύσης), αλλά μόλις επιτευχθεί το μηδενικό ποσοστό, η νομισματική πολιτική γίνεται ανίκανη να δημιουργήσει κίνητρα για την οικονομική μεγέθυνση5.

Ε.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat (Πίνακας 2), όλες οι χώρες της ευρωζώνης τον μήνα Ιούλιο, εκτός της Γερμανίας και της Ολλανδίας παρουσίασαν αρνητικό πληθωρισμό. Ο μέσος πληθωρισμός στις χώρες της ευρωζώνης  τον Ιούλιο ήταν -0,7%. Τον Ιούλιο του 2013 ήταν 1,6%.
 Σε ετήσια βάση ο μέσος πληθωρισμός , με τα στοιχεία του Ιουλίου διαμορφώνεται σε 0,4%  έναντι 0,5% τον Ιούνιο. Πρόκειται για τον χαμηλότερο πληθωρισμό από τον Οκτώβριο του 2009.
Με δεδομένο ότι δεν πρόκειται για μείωση του πληθωρισμού που προέρχεται από κάποια τεχνολογική καινοτομία ή αύξηση της παραγωγικότητας ασφαλώς μπορούμε να υποθέσουμε ότι πρόκειται για χαμηλό πληθωρισμό (στα όρια του αντιπληθωρισμού)που προέρχεται από χαμηλή ζήτηση λόγω της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής.    

Πίνακας 2.
Πληθωρισμός Ιουλ-14
Χώρες

σε ετήσια
Μηνιαίος


βάση

Βέλγιο

0,9
-1,3
Γερμανία
1,1
0,3
Εσθονία

1,5
-0,2
Ιρλανδία

0,2
-0,1
Ελλάδα

-1,5
-1
Ισπανία

0,3
-1,5
Γαλλία

0,8
-0,4
Ιταλία

0,6
-2,1
Κύπρος

-0,5
-0,3
Λετονία

0,3
-0,2
Λουξεμβούργο
1,2
-1
Μάλτα

0,8
0
Ολλανδία
1
0,3
Αυστρία

1,6
-0,7
Πορτογαλία
-0,1
-0,6
Σλοβενία

0,9
-1
Σλοβακία

0,3
-0,2
Φιλανδία

1,5
-0,1
Ευρωζώνη
0,7
-0,7
Πηγή:. Eurostat
Μια ακόμη ένδειξη ότι η ευρωζώνη βρίσκεται κοντά στον αντιπληθωρισμό αποτελούν τα στοιχεία της Eurostat (14.08.2014) που δείχνουν ότι ο ρυθμός του ΑΕΠ στην ευρωζώνη το δεύτερο τρίμηνο του 2014 είναι 0,0% έναντι μεγέθυνσης 0,2% το πρώτο τρίμηνο του ιδίου έτους. Το σημαντικότερο στοιχείο είναι ότι το δεύτερο τρίμηνο οι τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης εμφανίζουν αρνητική μεγέθυνση.

Το γερμανικό ΑΕΠ υποχώρησε κατά - 0,2% σε σύγκριση με το α' τρίμηνο, ενώ η ανάπτυξη του προηγούμενου τριμήνου αναθεωρήθηκε ελαφρά προς τα κάτω. Η Γαλλία είδε μηδενική μεταβολή στο ΑΕΠ της, για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο, με τον στόχο για ανάπτυξη της τάξης του 1% φέτος να απομακρύνεται. Την εικόνα των τριών μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρωζώνης συμπληρώνει -0,2% της Ιταλίας που είχε ανακοινωθεί προ ημερών.


[1] Fisher, Irving. 1933. "The Debt-Deflation Theory of Great Depressions." Econometrica 1:4: 337-357.

[2] Minsky, Hyman P. 1986. Stabilizing an Unstable Economy. New Haven: Yale University Press.
[3]L. Randall Wray - Dimitri B. Papadimitriou, Understanding Deflation: Treating the Disease, Not the Symptoms,The Levy Economics Institute of Bard College, WP 392
[4] Hilferding, Rudolf. 1981. Finance Capital: A Study of the Latest Phase of  Capitalist Development.London: Routledge.

[5] Minsky, Hyman P.(1992)"Profits, Deficits, and Instability." In Dimitri B. Papadimitriou, ed. Profits,Deficitsand InstabilityLondonMacmillan.

[6] Στην απλή του μορφή η προσέγγιση δείχνει ότι τα κέρδη είναι ακριβώς ίσα με τις επενδύσεις, συν το δημοσιονομικό έλλειμμα, μείον το έλλειμμα του τρέχοντος ισοζυγίου, συν η κατανάλωση εκτός των κερδών και μείον οι αποταμιεύσεις εκτός των μισθών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσθέστε τα σχόλια σας:

Σκοπός του μπλογκ αυτού είναι: Nα συγκεντρώσει τον προβληματισμό και τις προτάσεις για τη χάραξη μιας νέας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.


Έχουμε οδηγηθεί σε έναν πλήρη εκτροχιασμό από την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου, και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω", οπότε, ακόμη και αν ξαφνικά "βρέξει χρήματα", δεν θα επωφεληθούν παρά οι παρασιτικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση δεν θα ξεπεραστεί, εάν η χώρα δεν ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, την δημιουργική ψυχή - στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, αν δηλαδή δεν ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τα αδιέξοδα και να ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία¹.
"Δεν θα χαράξουμε όμως τέτοια στρατηγική χωρίς βαθιά συνείδηση, με γνώμονα πάντοτε τους καιρούς που ζούμε:
Πρώτον, του τι μας συμβαίνει, του βαθύτερου δηλαδή χαρακτήρα της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μας υπόσταση και στη συνολική συνακόλουθα μοίρα του Ελληνισμού.
Δεύτερον, του γιατί μας συμβαίνει, του πώς δηλαδή οι «χρυσοφόρες» δεκαετίες της μεταπολιτευτικής… χαύνωσης {των πολλών ευρωπαϊκών «πακέτων», της «Αλλαγής», του «εκσυγχρονισμού» και «της ισχυρής Ελλάδας»} μας οδήγησαν, ...στη μετανεωτερική υποτέλειά μας εντός της …Ευρωπαϊκής Ένωσης (με καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ισοτιμίας και ανεξαρτησίας στο πλαίσιό της!).
Τρίτον, τέλος, του πώς θα βγούμε από τα πνιγηρά αδιέξοδά μας και θα μπούμε στη δύσκολη τροχιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας, με πλήρη επίγνωση των απαιτούμενων σε βάθος χρόνου μεγάλων θυσιών από τον (καλά ενημερωμένο!) λαό μας."²