Μικροί Ορεινοί Ταμιευτήρες: μια καλή λύση για να έχει η Άνδρος νερά. Του Βαγγέλη Πισσία [1]

Οι Κυκλάδες, η Άνδρος και τα νερά

Τα νησιά των Κυκλάδων, εντάχθηκαν στο ελλαδικό μεταπολεμικό πρότυπο οικονομικής συσσώρευσης και δεν μπόρεσαν να χαράξουν μια ολοκληρωμένη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή στρατηγική. Συνέπεια αυτής της κατάστασης ήταν η επικράτηση κριτηρίων βραχυπρόθεσμης οικονομικής μεγέθυνσης που με τη σειρά τους υπονόμευσαν την κοινωνικά ορθολογική και συνάμα αειφορική διαχείριση των νησιωτικών υδατικών πόρων. 

Τα τελευταία χρόνια, τα κυκλαδίτικα νησιά, ακόμη κι’ αυτά που, όπως η Άνδρος, χαρακτηρίζονται ως προικισμένα σε υδατικό δυναμικό, αντιμετωπίζουν κρίσεις έλλειψης νερού, περιοδικά μικρότερης ή μεγαλύτερης έντασης.
Η συνεχώς αυξανόμενη και πολλές φορές υπερβάλλουσα εποχιακή ζήτηση, που δεν υπόκειται σε κανενός τύπου μηχανισμό κοινωνικής ρύθμισης, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια χαμηλή προσφορά σε πόσιμο νερό καθώς και σε νερό για αγροτικές και τουριστικές χρήσεις (βλ. σχήματα 1 και 2). Στις κρίσεις αυτές οι απαντήσεις που δίνονται είναι, ενίοτε, άμμετρα και ανώφελα δαπανηρές, όμως, συνήθως, αποσπασματικές και βραχύβιες. Παράλληλα, την ίδια αυτή περίοδο, λόγω της χωρίς σχεδιασμό μεγέθυνσης του τουριστικού τομέα, άρχισε να εκδηλώνεται σε σχέση με το νερό και ένας «νέου τύπου» κοινωνικο-οικονομικός ανταγωνισμός που δεν απορρέει μόνο από τους γνώριμους τοπικισμούς αλλά και από τις αντιπαρατιθέμενες χρήσεις του. 

Ορισμένες υδροβόρες τουριστικές επιχειρήσεις, για να μην οδηγηθούν σε ανάσχεση των δραστηριοτήτων τους, όπως και ορισμένες κοινωνικές κατηγορίες σπάταλων χρηστών, ασκούν ισχυρή πίεση στους άλλους χρήστες. Παρά το γεγονός ότι η ύδρευση έχει και νομοθετικά κατοχυρώσει την προτεραιότητά της στην κατανομή των διαθέσιμων υδατικών πόρων η τροφοδότηση των πληθυσμών με πόσιμο νερό είναι, κυρίως εποχιακά, ανεπαρκής. Τα περισσότερα υδραυλικά έργα που έγιναν με σκοπό την αγροτική ανάπτυξη έχουν κατά κάποιο τρόπο δεσμευθεί για αστικές και τουριστικές χρήσεις με αποτέλεσμα η έλλειψη νερού άρδευσης να συντείνει στην συρρίκνωση του αγροτικού τομέα και στη στρεβλή /μονομερή ανάπτυξη των νησιών. Ας σημειωθεί, όμως, πως η υδροβόρος, πράγματι, ελληνική γεωργία δεν μπορεί να συσχετίζεται με την όποια «σπατάλη» ποτιστικού νερού στις Κυκλάδες. 

Το πρόβλημα προβλέπεται να ενταθεί στο άμεσο μέλλον καθώς καθορίζεται

α) από μη αντιστρεπτούς φυσικογεωγραφικούς παράγοντες όπως: 
  • Οι υδατοστεγείς γεωλογικοί σχηματισμοί δεν επιτρέπουν τη διαμόρφωση υπόγειων υδροφορέων ικανοποιητικής απόδοσης. Σημαντικό ποσοστό του κατεισδύοντος νερού απορρέει μέσω του υπεδάφους προς την θάλασσα
  • Η μικρή έκταση των λεκανών απορροής, σε συνδυασμό με το έντονο ανάγλυφο, συνεπάγονται μικρούς χρόνους συρροής και απορροής προς την θάλασσα, δεν ευνοούν συνεπώς τον φυσικό εμπλουτισμό υπόγειων υδροφορέων (βλ. σχήμα 3)
  • Τα χαμηλά ετήσια ύψοι βροχής καθορίζουν τόσο την επιφανειακή απορροή όσο και την κατείσδυση ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια ξηρών χρόνων και περιόδων.
  • Τα περιθώρια άντλησης από τους παράκτιους κυρίως υδροφορείς είναι μικρά έως ελάχιστα καθώς αυτοί κινδυνεύουν –αν δεν την έχουν ήδη υποστεί- από υφαλμύρινση
β) από αυξητικούς για την ζήτηση νερού κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες όπως:
  • Η σημαντική αύξηση του εποχιακού πληθυσμού, παραθεριστικού-δεύτερης κατοικίας και τουριστών, κατά 4-5 φορές στη θερινή περίοδο, οπότε επικρατούν και οι χειρότερες υδρολογικές συνθήκες.
  • Τα μεγέθη του εποχιακού πληθυσμού ακολουθούν υψηλούς θετικούς ρυθμούς μεταβολής.
  • Δεν έχει χαραχθεί πολιτική πρόληψης των επιπτώσεων από την αυξανόμενη ζήτηση νερού και δεν υλοποιείται κάποιο πρόγραμμα δημιουργίας φορέων που θα εγγυηθούν την παροχή ικανοποιητικών υπηρεσιών ύδρευσης /αποχέτευσης.
  • Δεν υπάρχει ολοκληρωμένος σχεδιασμός ούτε σε νησιωτικό επίπεδο ούτε σε επίπεδο κυκλαδικού νησιωτικού συμπλέγματος. Το νομοθετικό πλαίσιο (Ν. 1739/87 κ.λ.π.) και οι ρυθμίσεις που περιέχονται σε αυτό δεν έχουν υλοποιηθεί, η δε κανονιστική απόφαση (54/24.5.2000) για τη διαχείριση του υδατικού δυναμικού των νησιών των Κυκλάδων (που περιλαμβάνει σειρά μέτρων και διατάξεων τα οποία αποσκοπούν στην ανάσχεση ή προσωρινή ρύθμιση σχετικών προβλημάτων) δεν υποστηρίζεται από επαρκή μέσα και ανθρώπινο δυναμικό.
  • Πέραν των περιορισμένων δυνατοτήτων αύξησης της προσφοράς, η θεώρηση του προβλήματος δεν γίνεται από την σκοπιά της ρύθμισης και του ελέγχου της ζήτησης, που αποτελεί τον υποχρεωτικό κανόνα, με στόχο την ορθολογική και προπαντός αειφορική διαχείριση του υδατικού δυναμικού. 
  • Η ζήτηση εμφανίζεται μέχρι στιγμής ανελαστική, δηλαδή ανεξάρτητη από τη μεταβολή της τιμής του νερού, και δεν έχει παρατηρηθεί επίδραση (μείωση) στην κατανάλωσης λόγω της όποιας αύξησης της τιμής του.
Σχήματα 1 και 2: αναντιστοιχία περιόδων βροχοπτώσεων – αστικής / τουριστικής ζήτησης

Μελέτες, συμπεράσματα, προτάσεις και κατευθύνσεις 

Από τις υπάρχουσες μελέτες δεν μπορούν να συναχθούν ασφαλή συμπεράσματα για την γενική κατάσταση των υδατικών πόρων του νησιού. Παρέχεται ωστόσο η δυνατότητα, οι δυστυχώς λίγες αξιόλογες από αυτές να αξιοποιηθούν, μετά από προσεκτική και κριτική ανάγνωσή τους, αν χρησιμοποιηθούν κατάλληλα οι πληροφορίες και οι ιδέες που περιέχουν. Σε ερευνητικό πρόγραμμα που εκπονήθηκε στο Τμήμα Χημικών Μηχανικών του ΕΜΠ[2] με σκοπό να διερευνηθεί η «σκοπιμότητα ανάπτυξης ενός ολοκληρωμένου Συστήματος Παροχής Υπηρεσιών Υδρευσης Αποχέτευσης (Σ.Π.Υ.Υ.Α.) στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Κυκλάδων», διατυπώνονται οι βασικές ιδέες και κατευθύνσεις που πρέπει να υιοθετηθούν απ’ όσους επιχειρήσουν ένα πιο εξειδικευμένο σχεδιασμό μέτρων, έργων και πολιτικών. Η Άνδρος, έχοντας αποτελέσει ένα από τα πέντε πεδία υποδειγματικής μελέτης της εν λόγω έρευνας, μπορεί να ωφεληθεί σημαντικά από τα συμπεράσματά της. Τα συμπεράσματα αυτά συμπυκνώνονται αμέσως παρακάτω με σκοπό, σε πρώτο χρόνο, να τεθεί το γενικό πλαίσιο όπου θα εγγραφούν τα σημαντικότερα από τα προτεινόμενα μέτρα και έργα και, σε δεύτερο χρόνο, να υποστηριχθεί η προτεινόμενη κατεύθυνση των πολύ μικρών ορεινών φραγμάτων ή λιμνοδεξαμενών, χωροθετημένων στις βασικές γεωγραφικές ενότητες του νησιού[3]. Τα αναφέρουμε:
  • Υλοποίηση μικρών, χαμηλού κόστους και βάσει συμβατών περιβαλλοντικών προδιαγραφών τεχνικών έργων συγκράτησης ή επιβράδυνσης της επιφανειακής απορροής με στόχο τον εμπλουτισμό των υδροφορέων, ως μέτρο πρώτης προτεραιότητας.
  • Κατασκευή ατομικών ή συλλογικών έργων υδροσυλλογής (στέρνες) όπως άλλωστε προέβλεπε η κυκλαδίτικη τεχνική-οικιστική παράδοση.
  • Περιορισμένη και αυστηρά ελεγχόμενη αδειοδότηση των αντλήσεων, στο βαθμό που αυτή σε ορισμένες περιοχές της Ανδρου είναι ακόμη αναγκαία και περιβαλλοντικά ανεκτή. Οι γεωτρήσεις που έγιναν αυθαίρετα και λειτουργούν ανεξέλεγκτα προκάλεσαν έντονα φαινόμενα υφαλμύρινσης του νερού ή επηρέασαν την υδροφορία.
  • Αξιοποίηση της επιφανειακής απορροής με έργα ικανής συγκέντρωσης και αποθήκευσης νερών μικρής κλίμακας. Όπου μικρής κλίμακας υδροσυλλεκτικά έργα εννοούνται τα φράγματα–λιμνοδεξαμενές χωρητικότητας από 20.000 έως 100.000μ3 νερού. Το παράδειγμα αυτό υιοθετήθηκε και εφαρμόστηκε με επιτυχία από την γειτονική Ιταλία (περίπου 15000 ορεινοί ταμιευτήρες), τη Τυνησία, πολλές χώρες της υποσαχάριας Αφρικής, εκτεταμένες περιοχές της λεκάνης του Αμαζονίου (ακούντες) κ.λ.π.. 
Οι μελέτες ωστόσο που ανέθεσε το Υπ. Γεωργίας, πριν δύο δεκαετίες, για φράγματα ή λιμνοδεξαμενές στις Κυκλάδες, χωρητικότητας >500,000μ3 (καταχρηστικώς αποκαλούμενοι τότε μικροί ταμιευτήρες) εφαρμόστηκαν σε ορισμένα νησιά και έδωσαν σε λίγες περιπτώσεις αποτελεσματικές (επικουρικές έστω) λύσεις στο πρόβλημα λειψυδρίας. Παράλληλα οι λύσεις αυτές υπήρξαν δαπανηρές με αποτέλεσμα να μην προχωρούν ή να μην ολοκληρώνονται τα προτεινόμενα έργα. 
Οι απαιτούμενες επενδύσεις κυμάνθηκαν σε προϋπολογισμούς της τάξης των 5 έως 15 εκατομμυρίων ευρώ (σημερινές τιμές) για φράγματα–λιμνοδεξαμενές χωρητικότητας 500,000 έως 2,000,000 m³. Υπήρξαν προτάσεις και για μεγαλύτερα φράγματα ενώ στην Άνδρο προτάθηκε η δημιουργία μιας εσωποτάμιας λιμνοδεξαμενής στο Ατένι 1.000.000 Μ3 και άλλες 4 (η μία εξωποτάμια) των 500.000 Μ3. 

Σχήμα 3: γεωμορφολογία της Άνδρου, υδρογραφικό δίκτυο, ορεινές-ημιορεινές περιοχές 
  • Οι λύσεις αυτές υπήρξαν σε πολλές περιπτώσεις άστοχες, είτε γιατί υπερεκτιμούν τους πραγματικούς συντελεστές απορροής είτε γιατί υπερεκτιμούν τις πραγματικές ανάγκες είτε γιατί υπερβαίνουν την οικολογική «αντοχή» των λεκανών απορροής τους. Οι «υπερεαλιστικές» εκτιμήσεις των υδρευτικών, κατ’ αρχήν εποχιακών, αναγκών σε συνδυασμό με το υψηλό επενδυτικό κόστος, την αβεβαιότητα ως προς την χωροχρονική κατανομή των βροχοπτώσεων και τους συντελεστές απορροής, έχουν οδηγήσει βαθμιαία στον παραμερισμό αυτών των προτάσεων.
  • Τα τελευταία χρόνια προβάλλονται επιχειρήματα για το συγκριτικά χαμηλότερο επενδυτικό κόστος άλλων λύσεων, παλαιών όπως οι γεωτρήσεις ή νέων όπως η αφαλάτωση) που υποστηρίζονται από ορισμένους και ως περισσότερο ασφαλείς. Σε κάθε περίπτωση όμως θα πρέπει να συνεξετάζεται προσεκτικά και να μην υποεκτιμάται το υψηλό λειτουργικό κόστος, το κόστος συντήρησης και το ενίοτε σημαντικό περιβαλλοντικό κόστος όλων των λύσεων υδροδότησης. Στην Άνδρο η λύση της επαναχρησιμοποίησης νερών που προέρχονται από μονάδες επεξεργασίας λυμάτων για αρδευτικές χρήσεις δεν μπορεί να αποκλειστεί θα είναι όμως, στο εγγύς μέλλον τουλάχιστον, οριακά –και μόνο τοπικά- αποτελεσματική.

Τα παραπάνω συμπεράσματα δικαιολογούν τις ακόλουθες προτάσεις: 
  • Εκπόνηση αναλυτικών τεχνικοοικονομικών μελετών για πράγματι μικρά φράγματα-λιμνοδεξαμενές, επαναξιολόγηση-επικαιροποίηση των παλιών μελετών με νέα στοιχεία και δεδομένα. 
  • Στροφή σε σχεδιασμό μικρού μεγέθους έργων συγκράτησης της επιφανειακής απορροής, σε συνδυασμό με καλύτερη κατανομή τους στο χώρο.
  • Εξέταση της λύσης χρησιμοποίησης των σχετικά χαμηλού υψομέτρου ημιορεινών λιμνοδεξαμενών, στο μέλλον, ως ταμιευτήρων για αποθήκευση αντλούμενων υπογείων νερών τους χειμερινούς–εαρινούς μήνες. 

Αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης, στοιχεία ζήτησης και χωρικά δεδομένα 

Μια αναγνωριστική μελέτη δημιουργίας μικρών ορεινών ταμιευτήρων στην Άνδρο χρειάζεται κοινωνικο-οικονομικά, υδρολογικά και υδραυλικά μεγέθη καθώς και χωρικά δεδομένα που, τα βασικότερα από αυτά, αναφέρονται συνοπτικά παρακάτω.
Σχήμα 4: σημεία ζήτησης νερού (οικισμοί – αρδευτικές περίμετροι)


Δημογραφικά στοιχεία

Ο μόνιμος πληθυσμός σύμφωνα με την απογραφή του 1981 ήταν 9020 κάτοικοι, στην απογραφή του 1991 παρατηρείται μικρή μείωση και οι κάτοικοι φτάνουν τους 8781. Στην πιο πρόσφατη απογραφή του 2001 οι κάτοικοι αυξάνονται και φτάνουν τους 10.009. Kατά τους θερινούς μήνες λόγω του τουρισμού, αυξάνεται ο συνολικός πληθυσμός και φτάνει περίπου στους 29.000. 

Βέβαια, η εκτίμηση του θερινού πληθυσμού αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα πολλών μελετών που γίνονται στο νησιωτικό χώρο και συνεπώς το προκείμενο μέγεθος δεν μπορεί ν’ αποτελεί εξαίρεση. Εν προκειμένω υιοθετήθηκαν η μεθοδολογία του προαναφερθέντος ερευνητικού έργου του ΕΜΠ και η επίσης προαναφερθείσα εξειδίκευσή της στην Άνδρο.Σε αυτές τις αναλύσεις τα συλλεχθέντα πρωτογενή δεδομένα (Λιμεναρχείων, Ξενοδοχειακών επιμελητηρίων, ΔΕΗ, κλπ) υποβάλλονται σε επεξεργασίες βάσει αβέβαιων, ωστόσο λογικών, υποθέσεων εργασίας[4]. 


Οι πληθυσμιακές προβολές που επιχειρούνται για το 2030 ανεβάζουν τον πληθυσμό αιχμής στους 80.000 με την κατανομή περισσότερο ισσόροπη λόγω μικρής επέκτασης της τουριστικής περιόδου.


Στοιχεία συνολικής ζήτησης νερού 

Οι πιο πάνω εκτιμήσεις οδηγούν σε συμπεράσματα για τη ζήτηση που καλείται να καλύψει αστικές, τουριστικές χρήσεις και αρδευτικές ανάγκες. Βάσει εύλογων και διαφοροποιημένων υποθέσεων για την ημερήσια κατ’ άτομο κατανάλωση, η σημερινή ζήτηση αιχμής για πόσιμο νερό εκτιμάται σε 10.000 Μ3/ημ., η δε συνολική ετήσια [5] σε 600.000 Μ3. Η πρόβλεψη για το 2.030 , με την πληθυσμιακή εξέλιξη που εκτιμήθηκε πιο πάνω και με ελαφρώς διαφοροποιημένες τις ειδικές παροχές, την ανεβάζει στο 1.500.000 Μ3 όπου ένα μεγάλο μέρος (>500.000 Μ3) αφορά την περίοδο της τουριστικής αιχμής. Για αρδευτικό νερό, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Υπ. Γεωργίας το 2.000 χρησιμοποιήθηκαν 3.400.000 Μ3 νερού απ’ τα οποία τα 1.400.000 αντλήθηκαν από γεωτρήσεις. Η εκτίμηση αυτή, που στηρίζεται στην υπόθεση άρδευσης 9.000 στρεμμάτων με ανά στρ. κατανάλωση 380 Μ3, είναι μάλλον υπερβολική. Μπορεί να υποστηριχτεί ότι οι σημερινές ανάγκες άρδευσης (εξαιρούμενης της σπατάλης) φτάνουν τα 2.000.000 Μ3, μέγεθος που δεν φαίνεται ότι θ’ αυξηθεί το 2.030 καθώς η γεωργική δραστηριότητα μάλλον υποχωρεί ενώ η πιθανή (και ευκταία) ανάκαμψή της δεν θα προσανατολιστεί σε υδροβόρες καλλιέργειες. 


Υδατικό ισοζύγιο 

Αναμφίβολα σην Άνδρο, σε αντίθεση με τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου, οι σημερινές πραγματικές ανάγκες σε νερό, δηλαδή η εύλογη ζήτηση στην οποία δεν περιλαμβάνεται η σημερινή σπατάλη, μπορούν να καλυφθούν με μια ορθολογική χωροχρονική διαχείρηση και ορισμένες απλές αλλά ουσιαστικές βελτιώσεις του πλέγματος ζήτηση-προσφορά. Τούτο βέβαια προϋποθέτει την (εξαιρετικά δύσκολη) άμεση αλλαγή των καταλωτικών συνηθειών και την σχετική κανονικότητα των υδρολογικών μεγεθών. Δεν θα καλύπτονται δηλαδή οι χρονιές έντονης ξηρασίας. 

Στο κοντινό ωστόσο και προπαντός στο όχι μακρυνό μέλλον, έστω σε μια προοπτική 30ετίας, με μια οριακή αύξηση των σημερινών επιπέδων γενικής προσφοράς η κατάσταση θα γίνει από πολύ δύσκολη έως και εξαιρετικά κρίσιμη. Για να συμβεί μόνο το πρώτο ενδεχόμενο και να μη φτάσουμε στο δεύτερο –που συνεπάγεται μη αντιστρεπτές υποβαθμίσεις της λεγόμενης υδατικής κατάστασης, δηλαδή καταστροφή πόρων από υπερεκμετάλευση- δεν αρκούν απλές βελτιώσεις. Θα χρειαστούν σοβαρές προσπάθειες ελέγχου και μείωσης της κατανάλωσης καθώς κι’ η ορθολογική διαχείριση του πλέγματος ζήτηση-προσφορά, τόσο σ’ επίπεδο νησιού κι’ όχι μικροπεριοχής, όσο και σε χρονικές διάρκειες που υπερβαίνουν τα ένα – δυο χρόνια. Θα χρειαστούν ακόμη σωστές παρεμβάσεις για μια εφικτή οικονομικά και επιτρεπτή περιβαλλοντικά αύξηση της προσφοράς, με την κατασκευή έργων. Μια πρόσθετη προσφορά έως 1.000.000 Μ3 νερού όπου τα 500.000 Μ3 μπορούν εύκολα να τα εξασφαλίσουν 4 – 5 μικροί ορεινοί-ημιορεινοί ταμιευτήρες. 

Σε σχέση με το τελευταίο αυτό συμπέρασμα και σε συνέχεια της ήδη διατυπωμένης πρότασης για τη δημιουργία μικρών ορεινών και ημιορεινών ταμιευτήρων γίνεται αμέσως παρακάτω συνοπτική αναφορά σε μια απλή μέθοδο αναγνωριστικής χωροθέτησής τους. 


Ανάλυση βασικών δεδομένων και αναγνωριστική χωροθέτηση σε περιβάλλον Γεωγραφικού Συστήματος Πληροφοριών (ΓΣΠ) 

Η ιδέα και η μέθοδος είναι απλή, ευέλικτη και εύχρηστη. Βασίζεται σε σειρά παραδοχών, που οπωσδήποτε μπορούν ν’ αυξομειωθούν η αναπροσαρμοστούν. Μερικές από τις παραδοχές και τα κριτήρια είναι:
- Ο χώρος, το νησί, ως προς την αξιοποίηση των νερών του διακρίνεται σε «ζώνες επιρροής» και «ζώνες αποκλεισμού». Οι πρώτες αφορούν περιοχές που χρειάζονται περισσότερο νερό και συνάμα προσφέρονται (είναι κατάλληλες) για την εγκατάσταση του έργου. Οι δεύτερες είναι αυτές που δεν έχουν έλλειμα προσφοράς σε συνδυασμό με υπερβάλλουσα ζήτηση, καθώς και αυτές που τα γεωμορφολογικά, υδρογραφικά χαρακτηριστικά τους κρίνονται ως ακατάλληλα.
- Τα λεγόμενα «σημεία νερού» που εξετάζονται είναι τόσο οι ενδιαφέροντες τη μελέτη υδατικοί πόροι, εν προκειμένω τα ρέματα-χείμμαροι όπου μπορούν να εγκατασταθούν οι ταμιευτήρες και περιλαμβάνονται στις ζώνες επιρροής, ενώ οι υπάρχοντες σε μια περιοχή εναλλακτικοί πόροι (πχ. Γεωτρήσεις σε σημαντικής παροχής υπόγειους υδατικούς σχηματισμούς) περιλαμβάνονται στις ζώνες αποκλεισμού.
- Οι οικισμοί ή οι αρδευτικές περίμετροι που (ή θα) έχουν έλλειμμα νερού περιλαμβάνονται στις ζώνες επιρροής, οι αρχαιολογικοί ή για άλλο σκοπό χαρακτηρισμένοι χώροι, περιλαμβάνονται στις ζώνες αποκλεισμού.
- Τα μη διαπερατά εδάφη, που προσφέρονται για μικρά φράγματα, ή τα λίγο διαπερατά που προσφέρονται για εξωποτάμιες λιμνοδεξαμενές, τα τμήματα του ρέμματος που διαθέτουν στα ανάντι ικανής έκτασης λεκάνη απορροής, περιλαμβάνονται στις ζώνες επιρροής, τα διαπερατά εδάφη και οι μικρές ανάντι λεκάνες απορροής περιλαμβάνονται στις ζώνες αποκλεισμού.
- Με τις παραπάνω παραδοχές συνδυάζονται κριτήρια όπως η απόσταση του έργου (σημείο προσφοράς νερού) από τον/τους οικισμούς ή την/τις αρδευτικές περιμέτρους (σημεία ζήτησης νερού) καθώς και η υψομετρική τους σχέση, προκρίνονται δηλαδή λύσεις κοντινές με το έργο υψηλότερα από το σημείο της ζήτησης ώστε να μη χρειάζονται μεγάλου μήκους αγωγοί, αντλιοστάσια (δαπάνη κατασκευής τους, λειτουργίας συντήρησης, κλπ.) κι’ ενίοτε χρονοβόρες υπερτοπικές συνεννοήσεις. 
Σχήμα 6: Ζώνες επιρροής οικισμών 

Στην προαναφερθείσα εργασία (2004), δοκιμάστηκαν οι δυνατότητες μιας εφαρμογής ΓΣΠ (Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών), σε λογισμικό περιβάλλον Arc View 8.3. Από χαρτογραφικά υπόβαθρα που αποδόθηκαν σε ψηφιακή μορφή και με πολύγωνα ζωνών επιρροής (buffer of oikismoi, of αrd. perim., of peratοthta, κλπ., βλ. σχήμα 6) και αποκλεισμού δημιουργoύνται αρκετά επίπεδα (layers). Από την υπέρθεση (οπτική θεώρηση) και αλληλοτομία (intersection – βλ. σχήμα 7) των οποίων προκύπτουν τμήματα του υδρογραφικού δικτύου του νησιού (τμήματα ρεμμάτων) που, μετά από περαιτέρω διερεύνηση (πχ. πρόσφορης θέσεως φράγματος – βλ. σχήμα 8), μπορούν να χαρακτηριστούν ως ευνοϊκές-κατάλληλες θέσεις για ταμιευτήρες. 

Σχήμα 7: Αλληλοτομίες (intersections) ζωνών επιρροής και αποκλεισμού


Σχήμα 8: κατάλληλη χωροθέτηση απεικονιζόμενη σε υψομετρικό και ορθοφωτο-χαρτογραφικό υπόβαθρο


Συνοψίζοντας

Το «εργαλείο», η εφαρμογή ΓΣΠ που παρουσιάστηκε, είναι ένα απλό υποστηρικτικό μέσο, ένα μέσο που συντελεί στην λήψη αποφάσεως, την βοηθά αλλά δεν την καθορίζει. Όπως και δεν μπορεί να αντικρούσει τις ισχυρά εδραιωμένες αντίθετες πεποιθήσεις. Οι μικροί ορεινοί ταμιευτήρες είναι γεγονός ότι δεν περιλαμβάνονται στην τεχνική «κουλτούρα» των υδραυλικών μηχανικών σε τούτη τη χώρα, δεν ενθαρύνονται από τις πολιτικές ηγεσίες Υπουργείων (όπως το Χωροταξίας, Δημοσίων Έγων και –παρεπιμπτόντως- Περιβάλλοντος), ούτε υποστηρίζονται από τη δημόσια τεχνική Διοίκηση. 

Υπάρχουν κι’ άλλοι λόγοι, ίσως περισσότερο απογοητευτικοί, όπως το γεγονός ότι οι μικροί ορεινοί ταμιευτήρες δεν συνεπάγονται ένα ευμεγέθες μελετητικό ή εργολαβικό ή, ακόμη, πολιτικά ωφέλιμο αντικείμενο, σε αντίθεση με ένα μεγαλύτερο φράγμα ( βέβαια, για την κυκλαδική γεωγραφική κλίμακα, τα άνω των 500.000 Μ3 φράγματα προφανώς δεν είναι μικρά έργα). Έτσι διατυπώνονται αβασάνιστα τα αντεπιχειρήματα, χωρίς ιδιαίτερη ενασχόληση με τα υποστηρικτικά μιας τέτοιας λύσης επιχειρήματα. Ένα από αυτά τα αντεπιχειρήματα που προβάλλονται είναι το κόστος τους, που τάχα είναι συγκριτικά υψηλό γιατί δεν λαμβάνει υπ’ όψη την οικονομία κλίμακας. Σ’ αυτό το επιχείρημα αρκεί να αντιπαρατεθεί ως επιχείρημα το γεγονός της μεγάλης (στατιστικά υπερβαίνουσας το 50%) αποτυχίας των μεγάλων (ως προς την περιβάλλουσα το έργο κλίμακα) φραγμάτων που αποτελεί παγκόσμιο, από δεκαετίες πλέον, συμπέρασμα. 
Οι μικροί ορεινοί ταμιευτήρες έχουν τόσα πλεονεκτήματα που η απαρίθμησή τους σ’ αυτό το κείμενο θα εξαντλούσε τον αναγνώστη. Χώρια η ασφάλεια που παρέχουν, η καλή διασπορά στον χώρο, η ισορροπία και η ομορφιά. 
Περιοριζόμαστε συνεπώς, αντίθετα με τις ισχύουσες πεποιθήσεις, κι’ αντίθετα ίσως με την «κοινή γνώμη», να προτείνουμε να ψαχτεί σωστά η δυνατότητα των μικρών ταμιευτήρων. Να γίνει μια αξιόπιστη μελέτη. Ίσως τότε, αντι για το 1.000.000 Μ3 φράγμα στο Ατένι με μεγάλες μεταφορές νερού (αν θα γεμίζει…) να μπορούν να γίνουν 4 – 5 μικροί ορεινοί ταμιευτήρες, μικρότεροι των 100.000 Μ3 ο καθένας, σε αντίστοιχα κατάλληλα σημεία του νησιού. Θάναι, πιστεύουμε, πολύ καλύτερα έτσι.


[1] Καθηγητής ΤΕΙ Αθήνας, Διαχείριση Υδάτινων Πόρων - Μεταφορά Τεχνολογίας (από αναπτυγμένες τεχνολογικά σε αναπτυσσόμενες χώρες). 
[2] (2002), Ασημακόπουλος Διονύσης, υπεύθυνος του ερευνητικού έργου, Πισσίας Βαγγέλης, κύριος ερευνητής. 
3] Κακαλίκα Π., Χασάπη Μ., «Διαχείριση Υδατικών Πόρων, χωροθέτηση μικρών ορεινών ταμιευτήρων», 2004, πτυχ. εργασία ΤΕΙ Αθ. 
[4] Ανάλογες εκτιμήσεις και στην «Μελέτη Διαχείρησης Υδατικών Πόρων Κυκλάδων», Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κυκλάδων (Δεκέμβριος 2000) 
[5] Σύμφωνα με στοιχεία του Δήμου Υδρούσας το 2000 καταναλώθηκαν 189.000 Μ3

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσθέστε τα σχόλια σας:

Σκοπός του μπλογκ αυτού είναι: Nα συγκεντρώσει τον προβληματισμό και τις προτάσεις για τη χάραξη μιας νέας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.


Έχουμε οδηγηθεί σε έναν πλήρη εκτροχιασμό από την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου, και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω", οπότε, ακόμη και αν ξαφνικά "βρέξει χρήματα", δεν θα επωφεληθούν παρά οι παρασιτικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση δεν θα ξεπεραστεί, εάν η χώρα δεν ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, την δημιουργική ψυχή - στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, αν δηλαδή δεν ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τα αδιέξοδα και να ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία¹.
"Δεν θα χαράξουμε όμως τέτοια στρατηγική χωρίς βαθιά συνείδηση, με γνώμονα πάντοτε τους καιρούς που ζούμε:
Πρώτον, του τι μας συμβαίνει, του βαθύτερου δηλαδή χαρακτήρα της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μας υπόσταση και στη συνολική συνακόλουθα μοίρα του Ελληνισμού.
Δεύτερον, του γιατί μας συμβαίνει, του πώς δηλαδή οι «χρυσοφόρες» δεκαετίες της μεταπολιτευτικής… χαύνωσης {των πολλών ευρωπαϊκών «πακέτων», της «Αλλαγής», του «εκσυγχρονισμού» και «της ισχυρής Ελλάδας»} μας οδήγησαν, ...στη μετανεωτερική υποτέλειά μας εντός της …Ευρωπαϊκής Ένωσης (με καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ισοτιμίας και ανεξαρτησίας στο πλαίσιό της!).
Τρίτον, τέλος, του πώς θα βγούμε από τα πνιγηρά αδιέξοδά μας και θα μπούμε στη δύσκολη τροχιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας, με πλήρη επίγνωση των απαιτούμενων σε βάθος χρόνου μεγάλων θυσιών από τον (καλά ενημερωμένο!) λαό μας."²