Οι στρατηγικές της ανάπτυξης. Του Θεμιστοκλή Ξανθόπουλου*

Το νεοφιλελεύθερο δόγμα της παγκόσμιας μετα-καπιταλιστικής πραγματικότητας αναφέρεται πομπωδώς και στο αναπτυξιακό γίγνεσθαι. Μετασχημάτισε την εμμονή στο όραμα προόδου των πρώτων αστικών δημοκρατιών σε αγχώδες αναπτυξιακό σύνδρομο με κυρίαρχη τη διάσταση της οικονομικής μεγέθυνσης. Χρησιμοποιούνται οι εύηχες, ασαφείς αλλά και πολλά υποσχόμενες λέξεις «αύξηση του Α.Ε.Π. με την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε περιοχής και της απελευθέρωσης της αγοράς» για να υπονοηθεί και πάλι ότι δήθεν θα ενεργήσουν προς όφελος ατόμων και κοινωνιών οι θαυματουργές ιδιότητες της «αόρατης» χειρός της. 
Τίθεται επομένως το ερώτημα: υπάρχει σαφής αναπτυξιακή στρατηγική στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη αγορά ή μήπως το σύστημά της λειτουργεί κερδοσκοπικά μεν, χαοτικά δε, δηλαδή χωρίς σαφώς σχεδιασμένους αναπτυξιακούς στόχους; Τεκμηριωμένες απαντήσεις έχουν παρουσιάσει πολλοί διεισδυτικοί στοχαστές, πηγάζουν όμως και από την κοινή λογική: είναι δυνατόν η παγκόσμια οικονομική ολιγαρχία, διαθέτοντας μάλιστα τον ισχυρότερο στρατό εγκεφάλων και τεχνολογικών μέσων, να κινείται χωρίς αναπτυξιακή στρατηγική;

Η ανάγκη σοβαρού στρατηγικού σχεδιασμού μεγάλης διάρκειας και ευρύτατης χωρικής κλίμακας για την κατασκευή και λειτουργία των υποδομών της ανάπτυξης προκύπτει ως προφανής διαπίστωση από τις ιστορικές διαδρομές όλων των κρατικών οντοτήτων κατά την περίοδο της ακμής τους. Ισχύει δε και το αντίστροφο, η εγκατάλειψη του σχεδιασμού νέων αναπτυξιακών έργων και οι εκπτώσεις στην αποτελεσματική διαχείριση του status quo σηματοδοτούσαν την αρχή μιας περιόδου παρακμής. 

Ας θυμηθούμε πρώτα τις μακρόχρονες στρατηγικές των μεγάλων δυνάμεων της γεωργοκτηνοτροφικής εποχής για μια επιτυχημένη, ως προς τους εκάστοτε ρυθμούς και στόχους, ανάπτυξη των κοινωνιών της επικράτειάς τους[1]: την υλοποίηση εκτεταμένων εγγειοβελτιωτικών έργων από τους Σουμέριους, τους Ασσύριους και τους Πέρσες στην εγγύς Ανατολή της 4ης έως και 1ης π.Χ. χιλιετίας και τους Κινέζους στην Άπω Ανατολή που εκτός από τα μεγάλης κλίμακας εγγειοβελτιωτικά έργα πρωτοπορούσαν σε οργάνωση (γραφή, διαμορφωμένη ιεραρχία) και κοινωνικές παροχές, ήδη από την 2η π.Χ. χιλιετία[2]. Ακολουθούν οι περίπλοκοι σχεδιασμοί των Ελλήνων και των Φοινίκων για την ανάπτυξη των σταθμών και των αποικιών τους στις ακτές της Μεσογείου την 1η π.Χ. χιλιετία, οι εκπληκτικές για την εποχή τους αναπτυξιακές υποδομές (συγκοινωνιακές, υδροαρδευτικές κ.λπ.) κατά τη ρωμαϊκή κυριαρχία από τον 2ο π.Χ. μέχρι το τέλος του 4ου μ.Χ. αιώνα στο σύνολο της αυτοκρατορίας και η διατήρηση ή και επέκταση των έργων αυτών στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία μέχρι τις αρχές του 11ου αιώνα. 

Από τη σκιαγραφία της παγκόσμιας κυριαρχίας των μεγάλων ευρωπαϊκών εθνών-κρατών κατά το μεγαλύτερο διάστημα της μεταμεσαιωνικής περιόδου του εμποροβιομηχανικού καπιταλισμού[3] (16ος μέχρι μέσα του 20ου αιώνα) προκύπτουν δύο συμπεράσματα: τα αναπτυξιακά επιτεύγματα που επέβαλαν την ηγεμονική παρουσία τους μέχρι το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου θεμελιώθηκαν στον μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό και εμπεριείχαν την ολέθρια για την ανθρωπότητα και το φυσικό περιβάλλον διάσταση της υπερανάπτυξης των οπλικών συστημάτων, με στόχο την υποδούλωση κοινωνιών και την αρπαγή πλουτοπαραγωγικών πόρων μέσω των γενικευμένων πολεμικών αναμετρήσεων. 

Αντίστοιχες μακροχρόνιες αναπτυξιακές στρατηγικές δημιούργησαν τις υπερδυνάμεις της Ε.Σ.Σ.Δ., της μεταπολεμικής Κίνας και την αναγέννηση της καπιταλιστικής, αλλά με βαθειά συλλογική συνείδηση, Ιαπωνίας. Η δε υπεροχή των σημερινών κυρίαρχων χωρών-φανατικών οπαδών του νεοφιλελευθερισμού όπως οι Η.Π.Α., η Βρετανία, η Γερμανία κ.λπ., θεμελιώθηκε στον μακροχρόνιο στρατηγικό σχεδιασμό τους κατά την πρώτη κρίσιμη μεταπολεμική τριακονταετία, όταν κυριαρχούσε η κεϋνσιανή οικονομική πολιτική με τις δημόσιες επενδύσεις σε μεγάλα αναπτυξιακά έργα[4]

Γνωρίζουν άλλωστε πολύ καλά και οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι ορισμένες απλές καπιταλιστικές αλήθειες. 

Η οικονομία της αγοράς, εκ της δομής της, φοβάται να αποφασίσει θετικά για δαπανηρές επενδύσεις εντάσεως-κεφαλαίου που αποδίδουν σε διάστημα μεγαλύτερο των 8 έως 10 χρόνων όταν δεν εξασφαλίζονται από το κράτος οι απαιτήσεις της για μεγάλες αποδόσεις[5] σε όλο το μακρύ διάστημα της προβλεπόμενης απόσβεσης των ιδιωτικών κεφαλαίων. Για τον ίδιο λόγο η αγορά απορρίπτει κατηγορηματικά όσες επενδύσεις αποδίδουν στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο και όχι, εγγυημένα, στην τσέπη των επενδυτών. Την προφανή αυτή αδυναμία του καπιταλισμού, ο οποίος για να επιβιώσει έχει απόλυτη ανάγκη και από στρατηγικές επενδύσεις μεγάλης και ευρύτατα κατανεμημένης μακροπρόθεσμης απόδοσης, καλύπτουν διαχρονικά οι εκάστοτε κοσμικές εξουσίες. 

Η αυτονόητη αυτή πραγματικότητα επαναλαμβάνεται ρητά και σήμερα από κορυφαίους υποστηρικτές της οικονομίας της αγοράς[6], που τεκμηριώνουν ότι ο σχεδιασμός αυτός και τα συνακόλουθα για την υλοποίησή του έργα με κρατικούς πόρους έχουν τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό όφελος, το οποίο όμως αποδίδει πλήρως στη χρονική κλίμακα περισσότερων της μιας δεκαετιών. Ανάλογη οικονομική πολιτική εφαρμόζεται σήμερα με μεγάλη επιτυχία και από τις αναδυόμενες νέες υπερδυνάμεις, εμποδίζεται όμως στις εξαρτημένες νομισματικά και αναπτυξιακά αδύνατες οικονομίες, μέσω επιβολής μιας αυστηρής μονεταριστικής πολιτικής.

Αναγκαία είναι προφανώς και η διαρκής προσπάθεια ορθολογικής προσέγγισης και βελτιστοποίησης των τεχνολογικών και κοινωνικοοικονομικών παραμέτρων του στρατηγικού αναπτυξιακού σχεδιασμού, παρά τις μεγάλες δυσχέρειες στον συγκριτικό προσδιορισμό της «αξίας» των μεγεθών τους και των ενίοτε ανταγωνιστικών δράσεών τους. Καταρχήν, πρέπει να προσδιοριστεί με σαφήνεια η χωρική και χρονική κλίμακα του σχεδιασμού.
Η παγκόσμια εμβέλεια της εξωγενούς υπερ-ανάπτυξης και οι αρνητικές έως καταστροφικές επιπτώσεις της σε πολλούς τοπικούς πληθυσμούς λόγω αποδόμησης της δικής τους ενδογενούς ανάπτυξης, αναδεικνύουν την ανάγκη αναπτυξιακού σχεδιασμού με αντίστροφα πρόσημα: μείωση της εξωγενούς εις όφελος της ενδογενούς ανάπτυξης και θέση της παραγωγικής αξίας της μικρής γεωγραφικής κλίμακας υπεράνω των αξιών του κυρίαρχου σημερινού μοντέλου της υπερ-κλίμακας.

Η ανατροπή αυτή θεμελιώνεται και επιχειρησιακά από τη μείζονα για την επιβίωση και την ασφάλεια των κοινωνιών αρχή της ευστάθειας των αναπτυξιακών τους επιλογών.

Όσο περισσότερο εστιάζεται ο αναπτυξιακός στόχος μιας γεωγραφικής περιοχής σε συγκεκριμένο προϊόν και αυξάνεται η παραγωγή του εις βάρος της ποικιλίας και των μεγεθών της παραγωγής άλλων προϊόντων, τόσο μεγαλώνει η αστάθεια της ζήτησης του «εκλεκτού» προϊόντος και της εμπορικής του τιμής, ενώ μειώνονται δραματικά οι δυνατότητες διάσωσης θέσεων εργασίας και επιπέδου ζωής των κατοίκων της περιοχής σε περιόδους οικονομικής κρίσης. 

Ως προς το βάθος χρόνου του στρατηγικού σχεδιασμού είναι επίσης προφανές ότι ο θεμιτός περιορισμός του επιχειρησιακού σκέλους του στον ορίζοντα μιας πενταετίας έως δεκαετίας πρέπει να εντάσσεται, έστω και με ατελέστερες εκτιμήσεις, τους μακροχρόνιους αναπτυξιακούς στόχους της εικοσαετίας και να λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις των αναπτυξιακών επιλογών για τις επόμενες δύο τουλάχιστον γενιές. Η φροντίδα αυτή δεν πρέπει να περιορίζεται στο ανθρωπογενές περιβάλλον, ούτε να εγκλωβίζεται στο πλαίσιο των εικαζόμενων κλιματικών αλλαγών. Ο στόχος της διαρκούς προστασίας της βιοποικιλότητας και, κυρίως, τα πρακτικά μέσα για την επαναπροσέγγισή της από τον άνθρωπο, έχουν ιεραρχικά ανώτερη και πολλαπλά ρεαλιστικότερη αξία. 

Η αναδρομή στην προϊστορική και ιστορική μας πορεία διδάσκει ότι η ατομική και συλλογική αξιολογική ικανότητα ναρκώνονται σε περιόδους ευμάρειας και αφυπνίζονται κατά τις κοινωνικοοικονομικές κρίσεις. Αργούν όμως να μετουσιωθούν σε δράσεις, να απελευθερώσουν τα παγιδευμένα από τις σειρήνες των πειρασμών της εκάστοτε αγοράς αντανακλαστικά για την αλλαγή πορείας προς τους θεμελιωμένους στην κοινή λογική δρόμους της αυτοδύναμης επιβίωσης. Καθυστερεί η δυναμική μας αντίδραση στο τριπολικό σύνδρομο «ακραίες ανισότητες – απροκάλυπτος ατομικισμός – ασυγκράτητος καταναλωτισμός». Δεν συνειδητοποιούμε έγκαιρα τις επιπτώσεις από τη διαχρονική αλήθεια, «ο ύπνος της λογικής γεννά τέρατα». Τη διατύπωσε εδώ και δύο αιώνες ο Γκόγια, συνοψίζοντας τα επανειλημμένα παθήματα των έντονα διαστρωματωμένων κοινωνιών από την υποταγή τους σε σκοταδιστικά δόγματα και εγωκεντρικά σύνδρομα. 


* Ομότιμου καθηγητή ΕΜΠ

Θ. Ξανθόπουλος – απόσπασμα από δυο παρουσιάσεις κατά το 2012 στο γενικό θέμα 
«Από τα εξωγενή αναπτυξιακά σύνδρομα στην ενδογενή παραγωγική ανασυκρότηση»

[1]Βλέπε τα επτά σχετικά θέματα του δευτέρου κεφαλαίου. 

[2]Κατά τη σκοτεινότερη περίοδο του ευρασιατικού μεσαίωνα η κινεζική αυτοκρατορία γνώριζε νέα πολύπλευρη άνθηση. Μεταξύ άλλων, οι Κινέζοι μηχανικοί κατασκεύασαν τον 7ο μ.Χ. αιώνα τα αναπτυξιακά θεμέλια της αχανούς περιοχής μεταξύ βορρά και νότου, συνδέοντας με διώρυγα μήκους 1.600χλμ τους δύο μεγάλους ποταμούς της χώρας. 

[3]Βλέπε τα θέματα (α) και (β) του τρίτου και τετάρτου κεφαλαίου. 

[4]Ο στρατηγικός σχεδιασμός σε μείζονος σημασίας αναπτυξιακούς τομείς, όπως είναι ο ενεργειακός, συνεχίζεται από τις μεγάλες δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού με άμεσες ή έμμεσες κρατικές επιδοτήσεις. Χαρακτηριστικοί στόχοι είναι το νέο πρόγραμμα των Η.Π.Α. για την εξόρυξη σχιστολιθικού πετρελαίου, το τρέχον πρόγραμμα «20-20-20» της Ε.Ε. (μείωση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά 20% και αύξηση στο 20% της συμμετοχής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό ισοζύγιο μέχρι το 2020) και οι επενδύσεις ισχυρών οικονομικών, όπως της Γερμανίας στο ενεργειακό – και όχι μόνο – σκέλος της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης. 

[5]Οι απαιτητές από τους ιδιώτες μακροχρόνιες αποδόσεις των επενδύσεών τους είναι υπερδιπλάσιες των αντίστοιχων για δημόσια έργα, με αποτέλεσμα την εκτόξευση του κόστους των παρεχόμενων από ιδιώτες δημόσιων αγαθών ή υπηρεσιών. Π.χ. η Δ.Ε.Η. κατασκεύαζε επί μισό αιώνα τα μεγάλα έργα της με επιτόκιο απόσβεσης της επένδυσης της τάξεως του 4%, είχε άριστη δανειοληπτική πρόσβαση στα διεθνή κεφάλαια και παρήγαγε την Η.Ε. με τη χαμηλότερη στις χώρες του δυτικού συνασπισμού τελική τιμή κιλοβατώρας. Η πολυδιαφημιζόμενη είσοδος ιδιωτών επενδυτών στην αγορά ηλεκτρισμού θα υπερδιπλασιάσει μακροπρόθεσμα σε σταθερές τιμές το κόστος της Η.Ε. διότι πρέπει να καλυφθούν οι απαιτήσεις τους για υπερδιπλάσιες κεφαλαιακές αποδόσεις. 

[6]Βλέπε και το μεταφρασμένο στα ελληνικά βιβλίο του κοσμήτορα στο Sloan School of Management του Μ.Ι.Τ. και καθηγητή Οικονομικής Lester Thurow, Το μέλλον του καπιταλισμού (μτφ. Ελ. Αστερίου), εκδ. Λιβάνη, Αθήνα, 1997.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσθέστε τα σχόλια σας:

Σκοπός του μπλογκ αυτού είναι: Nα συγκεντρώσει τον προβληματισμό και τις προτάσεις για τη χάραξη μιας νέας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.


Έχουμε οδηγηθεί σε έναν πλήρη εκτροχιασμό από την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου, και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω", οπότε, ακόμη και αν ξαφνικά "βρέξει χρήματα", δεν θα επωφεληθούν παρά οι παρασιτικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση δεν θα ξεπεραστεί, εάν η χώρα δεν ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, την δημιουργική ψυχή - στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, αν δηλαδή δεν ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τα αδιέξοδα και να ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία¹.
"Δεν θα χαράξουμε όμως τέτοια στρατηγική χωρίς βαθιά συνείδηση, με γνώμονα πάντοτε τους καιρούς που ζούμε:
Πρώτον, του τι μας συμβαίνει, του βαθύτερου δηλαδή χαρακτήρα της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μας υπόσταση και στη συνολική συνακόλουθα μοίρα του Ελληνισμού.
Δεύτερον, του γιατί μας συμβαίνει, του πώς δηλαδή οι «χρυσοφόρες» δεκαετίες της μεταπολιτευτικής… χαύνωσης {των πολλών ευρωπαϊκών «πακέτων», της «Αλλαγής», του «εκσυγχρονισμού» και «της ισχυρής Ελλάδας»} μας οδήγησαν, ...στη μετανεωτερική υποτέλειά μας εντός της …Ευρωπαϊκής Ένωσης (με καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ισοτιμίας και ανεξαρτησίας στο πλαίσιό της!).
Τρίτον, τέλος, του πώς θα βγούμε από τα πνιγηρά αδιέξοδά μας και θα μπούμε στη δύσκολη τροχιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας, με πλήρη επίγνωση των απαιτούμενων σε βάθος χρόνου μεγάλων θυσιών από τον (καλά ενημερωμένο!) λαό μας."²