«Στα ίχνη του βιομηχανικού μας παρελθόντος: η περίπτωση του μηχανουργείου Ροντήρη» της Ευγενίας Κρεμμυδά

Ο ιστορικός και ο αρχιτέκτονας στα ίχνη του βιομηχανικού μας παρελθόντος:
η περίπτωση του μηχανουργείου Ροντήρη*

Πειραιάς, 1860. Η ιστορία των ελληνικών μηχανουργείων ξεκινά μεγαλοπρεπώς, θα λέγαμε, με την ίδρυση του μηχανουργείου Βασιλειάδη. Κωνσταντινουπολίτης στην καταγωγή, ο Γεώργιος Βασιλειάδης επένδυσε κεφάλαια ύψους 260.000 δραχμών, ένα ποσό κολοσσιαίο για την εποχή. Το μηχανουργείο Βασιλειάδη, που είναι κατά την ίδρυσή του το μεγαλύτερο εργοστάσιο του στενάχωρα περιορισμένου νεοελληνικού κράτους της εποχής, σύντομα αναδεικνύεται σε κεντρικό σύμβολο της νέας βιομηχανικής εποχής στην οποία εισέρχεται σταδιακά ο Πειραιάς: δεν είναι μόνο ότι λειτουργεί ως κινητήριος μοχλός της μετάβασης, προμηθεύοντας με μηχανήματα πολλά από τα νέα ατμοκίνητα εργοστάσια που ιδρύονται στην πόλη. Είναι ότι εισάγει μία τάξη επιχειρηματικών, οικονομικών μεγεθών έως τότε άγνωστη στη νεαρή σε ηλικία πόλη του Πειραιά. Είναι αυτά τα καινοφανή ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά που θα συνδέσουν άρρηκτα στην κοινή συνείδηση των Πειραιωτών την επιχείρηση με το φαινόμενο της βιομηχανικής ανάπτυξης κατά την πρώιμη φάση της.
Τα πρώτα μηχανουργεία του Πειραιά θα βρεθούν έτσι, συμβολικά αλλά και ουσιαστικά, στο επίκεντρο των διεργασιών μετασχηματισμού των οικονομικών δομών, επιδρώντας καθοριστικά στη διαμόρφωση του τεχνολογικού τοπίου στη χώρα μας.

           

Λέω τα πρώτα μηχανουργεία, γιατί νωρίς, στα 1874, το μηχανουργείο Βασιλειάδη απέκτησε έναν ισότιμο ανταγωνιστή. Ο νέος επιχειρηματίας ήταν σκωτσέζος, και ονομαζόταν Τζον Μακ Δούαλλ, ή και απλά Τζον.

Τις εγκαταστάσεις του μηχανουργείου Βασιλειάδη περιέγραψε με λεπτομέρειες ένας ένθερμος υποστηρικτής της βιομηχανικής ανάπτυξης του Πειραιά, ο Αντώνιος Κωνσταντινίδης, ιδιοκτήτης και βασικός συντάκτης της εφημερίδας Ποσειδών, όπου δημοσιεύονταν συχνά και ρεκλάμες του δίδυμου των μηχανουργείων, ταυτόχρονα και σε αντιπαράθεση, σε μια συμβολική απεικόνιση τόσο του ανταγωνισμού όσο και της συνάφειας που υπήρχε ανάμεσα στις δύο επιχειρήσεις. Χτισμένα σε οικόπεδο εξίμισι στρεμμάτων κοντά στο μεταξουργείο του Λουκά Ράλλη, στην εξοχική τότε τοποθεσία Περιβόλια (σημερινή Λεύκα), τα κτίρια καταλάμβαναν συνολικά επιφάνεια δύο χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων. Εκεί συνέρρεαν κάθε πρωί πάνω από πεντακόσιοι εργαζόμενοι, «τεχνίτες και παίδες», που έπιαναν δουλειά σε κάποιο από τα τμήματα του μηχανουργείου: στο Ξυλουργείο ή μοδελάδικο, όπου φτιάχνονταν τα ξύλινα πρότυπα (καλούπια) για το χυτήριο, εξοπλισμένο με δύο πριονοκορδέλες και δύο τόρνους. Στο Χυτήριο, όπου έλιωνε ο σίδηρος  και σχημάτιζε στα ειδικά καλούπια τα διάφορα «τεμάχια μηχανών, κοσμημάτων οικοδομών και λοιπών». Στο Μηχανουργείο όπου με τη βοήθεια 6 τόρνων, 1 πλάνης, 1 λίμας, τριών τρυπανιών και άλλων πιο εξειδικευμένων μηχανημάτων, γινόταν η κατεργασία των χυτών τεμαχίων και στη συνέχεια το μοντάρισμά τους. Τέλος, στο Λεβητοποιείο όπου με πρώτη ύλη τη λαμαρίνα κατασκευάζονταν λέβητες και δοχεία με τη χρήση «ενός καμπτήρος σιδηροφύλλων, μιας ψαλίδος και ενός τρυπητήρος». Όλα αυτά τα μηχανήματα κινούσε μια ατμομηχανή οριζόντια 15 ίππων δυνάμεως.

Στις ρεκλάμες της εποχής αποτυπώνεται η τεράστια γκάμα των προϊόντων που παράγονταν στις επιχειρήσεις αυτές, λεκτικά αλλά και απεικονιστικά -καθώς δημοσιεύονται κατά καιρούς άλλες γκραβούρες. Η ακραία διαφοροποίηση της παραγωγής ήταν ίσως το βασικότερο χαρακτηριστικό των μηχανουργείων της πρώτης γενιάς. Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς μεταλλικό αντικείμενο, δοχείο, εργαλείο, μηχανή, που να μην κατασκευαζόταν στα μηχανουργεία αυτά. Εκείνο που είναι ίσως λιγότερο προφανές σε εμάς σήμερα, είναι το τεχνολογικό επίπεδο της παραγωγής των επιχειρήσεων αυτών. Ο Γεώργιος Βασιλειάδης αναφέρει ότι κατασκευάζει ολόκληρους ιππόμυλους, υδρόμυλους, αλλά και ατμόμυλους, σε μια εποχή που η εισαγωγή της τεχνολογίας του ατμού είναι ακόμη σε εξέλιξη. Το μηχανουργείο του, όλα τα μεγάλα μηχανουργεία του Πειραιά, μπορούσαν να κατασκευάσουν ολόκληρο το μηχανολογικό εξοπλισμό ενός νέου σύγχρονού τους εργοστασίου, παρέχοντας παράλληλα τεχνική κάλυψη κατά την κρίσιμη φάση της τοποθέτησης και της έναρξης λειτουργίας των μηχανημάτων. Αυτή ήταν, κοντολογίς, η μόνη περίοδος κατά την οποία η ελληνική βιομηχανία ήταν σε θέση να κατασκευάζει η ίδια τον μηχανολογικό της εξοπλισμό. Η αυτονομία αυτή είχε ιδιαίτερη βαρύτητα την εποχή της εκβιομηχάνισης που ήταν τα τέλη του 19ου αιώνα.

Πάνω στο μοντέλο του διδύμου Βασιλειάδης – Τζον μακ Δούαλ, ιδρύθηκαν και λειτούργησαν, μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, μια σειρά από άλλες, μικρότερες επιχειρήσεις: στην Πάτρα, οι Αδελφοί Πραπόπουλοι και οι Αδελφοί Γιαννακόπουλοι, στο Βόλο, ευθύς μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας ο Σταματόπουλος και κάπως αργότερα και ο Γκλαβάνης, στον Πειραιά ο Παπαιωάννου, ο Βραχνός, ο Αργυρίου. Κι ακόμη, ο υπεραιωνόβιος Κούππας, μια από τις μακροβιότερες ελληνικές βιομηχανικές επιχειρήσεις, για την οποία γνωρίζουμε περισσότερα χάρη στο σωζόμενο αρχείο της. Στο γύρισμα του αιώνα, η ελληνική μηχανουργία έχει εξελιχθεί σε σημαντικό κλάδο της εγχώριας βιομηχανίας, με μέγεθος υπολογίσιμο, σε έναν από τους βασικούς πυλώνες της εκβιομηχάνισης.



Πειραιάς, 1923. Τρεις νεαροί μηχανικοί, απόφοιτοι των νυχτερινών τεχνικών σχολών του Πειραϊκού Συνδέσμου, αποφασίζουν μια κοινή επένδυση. Ανοίγουν μαζί ένα μικρό μηχανουργείο στην οδό Κολωνού, στην Αθήνα, κι αμέσως μετά ένα τεχνικό γραφείο στον Πειραιά, με εξειδίκευση στις εγκαταστάσεις εισαγόμενων ψυκτικών μηχανημάτων για τα παγοποιεία της εποχής (αυτό που βλέπετε). Ο πρώτος είναι ο Γιάννης Ροντήρης, γόνος αστικής οικογένειας του Γαλαξειδιού, αδελφός του θεατρικού σκηνοθέτη Δημήτρη Ροντήρη αλλά και του μετέπειτα Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Νίκου˙ ο δεύτερος, ο Μιχάλης Στρουμπούλης και ο τρίτος (η Σια της επωνυμίας), ο Γεώργιος Δράκος (χωρίς σχέση με τον γνωστό Δράκο της Ιζόλα). Οι δουλειές πηγαίνουν καλά και λίγα χρόνια αργότερα, το 1928, οι τρεις συνέταιροι αποφασίζουν να αγοράζουν το κτίριο του μηχανουργείου Μαστραντώνη στον Πειραιά και να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στον μηχανοκατασκευαστικό κλάδο. Το εξοπλίζουν με νέα, σύγχρονα μηχανήματα και προσθέτουν στο πέτρινο ισόγειο κτίριο έναν πρώτο όροφο, στηριγμένο σε κολώνες από -τι άλλο;- από μπετό. Ακολουθούν και άλλες κτιριακές προσθήκες. Τη δεκαετία του 1930, η επιχείρηση λειτουργεί πλέον ως πλήρες μηχανουργείο, με όλα τα τμήματα παραγωγής: μοντελάδικο, μηχανουργείο, λεβητοποιείο, ένα μικρό χυτήριο. Κι ακόμη, επιταγή μιας νέας εποχής, ένα σύγχρονο σχεδιαστήριο με καλά καταρτισμένους σχεδιαστές.

 

Στα νέα αυτά κτίρια μιας σύγχρονης για την εποχή επιχείρησης, στη γωνία, δίπλα στις γραμμές του τρένου, οι τρεις συνέταιροι μοίρασαν ρόλους και αρμοδιότητες. Ο Ροντήρης, γενικός διευθυντής και ψυχή της επιχείρησης, ανέλαβε επικεφαλής και στο καίριο τμήμα του σχεδιαστηρίου. Ο Στρουμπούλης, άνθρωπος προσηνής, «της δουλειάς», είχε το γενικό πρόσταγμα στην παραγωγή, στο τμήμα του μηχανουργείου. Ο Δράκος, ιδιοκτήτης παράλληλα κι ενός μικρού μηχανουργείου στο Μοσχάτο, εξειδικευμένου στην κατασκευή κωνικών γραναζιών, διατηρούσε το μερίδιό του στο μηχανουργείο αλλά είχε μια μάλλον υποτυπώδη φυσική παρουσία στον Πειραιά.

Το μηχανουργείο του Ροντήρη ανήκει σε μια δεύτερη γενιά μηχανουργείων, πολύ διαφορετική από την πρώτη. Το ίδιο το ιστορικό πλαίσιο έχει εντελώς ανατραπεί από την εποχή του Βασιλειάδη και του Τζον ΜακΔούαλ. Στον τεχνολογικό τομέα (αν και ασφαλώς όχι μόνο σε αυτόν) οι αλλαγές υπήρξαν κοσμογονικές: δεύτερη βιομηχανική επανάσταση, εξηλεκτρισμός, μηχανή εσωτερικής καύσεως. Η εποχή της ατμοκίνησησης έχει τελειώσει. Για τα μηχανουργεία, το πέρασμα από την ατμομηχανή στην πετρελαιομηχανή μεταφράζεται σε απώλεια ενός σημαντικού μερίδιου της εγχώριας αγοράς μηχανημάτων. Η παρατήρηση αυτή έχει διπλή βαρύτητα: συμβολική, με την έννοια ότι ο κινητήρας είναι η καρδιά του μηχανολογικού εξοπλισμού, η κινητήρια δύναμη της βιομηχανίας, αλλά και ουσιαστική, καθώς το πέρασμα από την ατμομηχανή στην πετρελαιομηχανή συμπαρέσυρε βαθύτερες, δομικές αλλαγές στο βιομηχανικό τομέα, ανατρέποντας συνολικά τις σχέσεις των μηχανουργείων με την εγχώρια αγορά. Αλλά και η ζωή συνολικά, σε όλες της τις εκφάνσεις, έχει εισέλθει άλλωστε σε μια νέα εποχή, με μια νέα, δική της αισθητική. Βρισκόμαστε στην καρδιά του Μεσοπολέμου. 



Σε αυτό το νέο πλαίσιο, τα ελληνικά μηχανουργεία, που έχουν ουσιαστικά «χάσει» το μερίδιο της αγοράς που αντιπροσωπεύουν οι νέοι κινητήρες, θα στραφούν μαζικά από τη διαφοροποίηση στην εξειδίκευση. Στου Ροντήρη, κατασκευάζεται αρχικά μια ευρεία γκάμα μηχανημάτων και μεταλλικών τεμαχίων: αντλίες (μεγάλες, εμβολοφόρες, αλλά και μικρές, κεντρόφυγες) αλλά και μηχανισμοί μετάδοσης της κίνησης (τροχαλίες, άξονες, έδρανα, κουζινέτα, μπρακέτα) -είμαστε ακόμη σε μια περίοδο που η κινητήρια δύναμη της βιομηχανίας προέρχεται από έναν κεντρικό κινητήρα κι από αυτόν μεταδίδεται στα επιμέρους μηχανήματα. Σύντομα όμως, εκμεταλλευόμενος την εμπειρία του από την εισαγωγή ψυκτικών μηχανημάτων, ο Ροντήρης θα τα αντιγράψει και θα ρίξει το βάρος της παραγωγής του εργοστασίου του στην κατασκευή συμπιεστών αμμωνίας και άλλων συσκευών για παγοποιεία. Παράλληλα, εξασφαλίζει απόφαση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Εμπορίου και Βιομηχανίας για κατάργηση της ατέλειας στις εισαγωγές μηχανημάτων «δια παγοποιητικάς και ψυκτικάς εγκαταστάσεις», αφού, όπως μας αναφέρει σε τόνο θριαμβευτικό ο Γ. Α. Αναστασόπουλος στον τρίτιο τόμο της Ιστορίας της Ελληνικής Βιομηχανίας, αυτά κατασκευάζονται πλέον «υπό της εγχωρίου Βιομηχανίας».



Μεταπολεμικά, η επιχείρηση στράφηκε σε έναν άλλο εξειδικευμένο τομέα παραγωγής: την κατασκευή εξοπλισμού για την παραγωγή τεχνητής μετάξης. Τα μηχανήματα αυτά προορίζονταν μάλιστα σε έναν και μοναδικό πελάτη, την ΕΤΜΑ (Εταιρεία Τεχνητής Μετάξης). Η ΕΤΜΑ εξελίχθηκε σταδιακά σε βασικό πελάτη του μηχανουργείου, και οι παραγγελίες της έφτασαν να αγγίξουν το 70% του κύκλου εργασιών της επιχείρησης. Η προφανής σχέση αλληλεξάρτησης που είχε εδραιωθεί ανάμεσα στις δύο επιχειρήσεις δεν είχε καλή κατάληξη: Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, οι δυσκολίες που αντιμετώπισε η ΕΤΜΑ μετά από άδεια που δόθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών για αθρόα ατελή εισαγωγή τεχνητής μετάξης, μετακύλησαν στη Ρόστρο. Ασφυκτιώντας μέσα σε ένα τόσο στενό και προβληματικό επιχειρηματικό περιβάλλον, η επιχείρηση έκλεισε οριστικά το 1956, μετά από μια διετία αναγκαστικής διαχείρισης. 


Γύρω στα 1930, ένα παλικαράκι γύρω στα 17 περνάει για πρώτη φορά την πόρτα «του Ροντήρη», όπως τόσοι άλλοι μαθητευόμενοι τεχνίτες, σπουδαστές των νυχτερινών σχολών του Πειραιά. Ονομάζεται Βαγγέλης Σιλιβάνης κι έχει λόγους να είναι περήφανος για την καταγωγή του. Ο πατέρας του, γεννημένος στην Πάρο, μαθήτευσε στην πρώτη του νιότη στο μεγάλο ναυπηγείο της Σύρου (το μετέπειτα Νεώριο), όταν αυτό ήταν νοικιασμένο από τον Τζον Μακ Δούαλ, όταν κατασκευάστηκε εκεί το πρώτο ελληνικό ατμοκίνητο σκαφάκι, που έμεινε γνωστό με το διαχρονικά χαριτωμένο όνομα «Η Αθηνά του Τζον». Από το ναυπηγείο της Σύρου έφυγε όταν ο Λούμος, βιομήχανος και ιδιοκτήτης της ομώνυμης ατμοπλοϊκής εταιρείας τον προσέλαβε ως μηχανικό, αρχικά στα καράβια του και αργότερα στον ατμοκίνητο κυλινδρόμυλο που έστησε στον Πειραιά. Ο παππούς του πάλι, είχε εργαστεί στην κατασκευή των πέτρινων φάρων που στήνονταν στα μισά του 19ου αιώνα στις απόκρημνες ακτές του Αιγαίου. Η τρίτη γενιά, ο Βαγγέλης και τα –πολλά- αδέλφια του, έχει γεννηθεί και μεγαλώσει δυο στενά απ’ του Ροντήρη, στην οδό Θεσσαλονίκης, στο δυτικό όριο της λεγόμενης γειτονιάς των μηχανουργείων, με νοητό επίκεντρο τη διασταύρωση των οδών Πλούτωνος και Μεθώνης. 

Αφού θυμάμαι εγώ που ήμουνα μικρός που ήτανε ένα φουγάρο τέτοιο να, και μου ‘λεγε ο παππούς μου ο Βαγγέλης πούχε την ταβέρνα απέναντι, αυτό ήτανε ρε, το φουγάρο του μηχανοστασίου του Λούμου, που δούλευε ο πατέρας σου. Που ήτανε με κάρβουνο. Κάρβουνο του Κάρδιφ. Του Κάρδιφ οι γαιάνθρακες ήτανε οι καλύτεροι.

Ο Βαγγέλης Σιλιβάνης εργάστηκε προπολεμικά ως εφαρμοστής στου Ροντήρη. Στην Κατοχή, με την επίταξη του εργοστασίου, αναγκάστηκε να ψάξει την τύχη του αλλού και μεταπολεμικά, μόλις κατάφερε να μαζέψει ένα μικρό κομπόδεμα, άνοιξε διαγωνίως απέναντι από του Ροντήρη το δικό του μικρό εργαστήριο, με μοναδικό εξοπλισμό δύο τόρνους και μια φρέζα, δικής του κατασκευής, «και όλα τα άλλα, τα ψιλολόγια που χρειαζόντουσαν: οξυγονοκόλληση, ηλεκτροκόλληση…». Μαζί με τον μικρότερο αδελφό και βοηθό του Μάρκο, αναλάμβανε κυρίως επισκευές, αλλά έφτασε να κατασκευάζει ακόμη και δικούς του, μικρού μεγέθους τόρνους. Περιστασιακά, μπορεί να «έπαιρνε» κάποια δουλειά και από τον παλιό του εργοδότη, το Ροντήρη, που είχε στο μεταξύ ιδρύσει τον ναυπηγοεπισκευαστικό σταθμό του Περάματος και έκανε επισκευές σε μεγάλα εμπορικά πλοία. Το μικρό εργαστήριο των αδελφών Σιλιβάνη λειτουργούσε συμπληρωματικά, όχι ανταγωνιστικά ως προς το μεγάλο μηχανουργείο. 

Από το παράθυρο του Ροντήρη πούτανε οι φρέζες μέσα, έβλεπες μέσα. Πήγαινα πολλές φορές εγώ στου Ροντήρη. Άμα ήθελα ένα τρυπάνι πενήντα χιλιοστά, δεν είχα εγώ τρυπάνι πενήντα χιλιοστά, κι ο Ροντήρης, άμα ήθελε ένα κολαούζο δέκα χιλιοστά και δεν είχε, το είχα γω, τόδινα γω. Ένα τρυπάνι 50 χιλιοστά, γιατί ήθελα να κάνω δυο τρύπες 50 χιλιοστά, γιατί θάπρεπε να πάω ν’ αγοράσω ένα τρυπάνι πούτανε πανάκριβο, ένα τόσο τρυπάνι, πανάκριβο ήταν για να κάνω δυο τρύπες. Ζήταγα ένα τρυπάνι λοιπόν, όπως κι αυτοί άμα δεν είχανε κάτι πούτανε για λεπτοδουλειά, που εγώ έκανα τις λεπτοδουλειές, ερχόντουσαν από κει και παίρνανε ό,τι δεν είχε αυτός. Αλληλοβοηθιόμασταν.

Το συνεχές πήγαινε – έλα στις δυο πλευρές της οδού Αιτωλικού καθιστούσε κάποτε τα όρια κάθε επιχείρησης δυσδιάκριτα. Και, συνάμα με τις παραγωγικές σχέσεις, οι διαπροσωπικές παρέμεναν κι αυτές ισχυρές: Σε εποχές που η τηλεφωνική σύνδεση ήταν αγαθό δυσεύρετο, ο Ροντήρης διέσχιζε καθημερινά το δρόμο και χρησιμοποιούσε το τηλέφωνο του εργαστηρίου Σιλιβάνη, που του χρωστούσε την έκδοση της άδειας λειτουργίας του. Χρόνια αργότερα, κατά τη διαδικασία επιλογής μηχανουργών που θα μετεκπαιδεύονταν σε ναυπηγείο στην Ολλανδία, ο Βαγγέλης Σιλιβάνης επελέγη με το σκεπτικό της προϋπηρεσίας του στο μηχανουργείο.

Η ιστορία αυτή του μικρού εργαστηρίου που γεννήθηκε από το μεγάλο μηχανουργείο δεν παρατίθεται εδώ τυχαία. Αναδεικνύει τη διαχρονική συνάφεια εργαστηρίου και εργοστασίου και ρίχνει φως στη δυσκολία μας να ορίσουμε με σαφήνεια το βιομηχανικό φαινόμενο στην Ελλάδα, προπολεμικά, αλλά και μεταπολεμικά. Μικρές, προβιομηχανικού τύπου επιχειρήσεις και μεγάλα μηχανουργεία συναλλάσσονταν καθημερινά, βρίσκονταν σε διαρκή αλληλεπίδραση, συνθέτοντας τελικά ένα ενιαίο, αδιαίρετο παραγωγικό σύστημα. Η αντίληψη αυτή ενός συστήματος, μέσα στο οποίο εντάσσονται οι λειτουργίες των επιμέρους παραγωγικών μονάδων, αποτελεί κλειδί για την κατανόηση του μηχανουργικού τομέα στον Πειραιά του Μεσοπολέμου.

Τέτοιου τύπου πληροφορίες δεν είναι κατά κανόνα ανιχνεύσιμες στο αρχειακό υλικό. Το αρχείο μιας επιχείρησης έχει συνταχθεί για να καλύψει εσωτερικές λειτουργικές ανάγκες. Το αρχείο μιλάει, αλλά δεν απευθύνεται σε μας. Επιπλέον, διακρίνεται από εσωστρέφεια, ο χώρος αναφοράς του είναι αυστηρά οριοθετημένος. Αντίθετα, η προφορική μαρτυρία επεκτείνεται περίπου αυτόματα στο κοινωνικό, αποκαλύπτοντας ένα ευρύτερο πλέγμα σχέσεων, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται ο μικρόκοσμος της επιχείρησης. 

Κάπως έτσι, οι προφορικές πηγές φτάνουν, σε κάποιες ευτυχείς περιπτώσεις, να αποδώσουν με σφαιρικότητα έναν ολόκληρο κόσμο που έχει, στις μέρες μας, παρέλθει ανεπιστρεπτί. Έναν κόσμο άλλο, με το δικό του σύστημα αξιών, στο κέντρο του οποίου βρίσκονταν λέξεις που σήμερα μάλλον ξενίζουν: μόχθος, φιλοτιμία, προκοπή. Η μετάβαση δεν αφορά απλά το σημαίνον, αλλά και το σημαινόμενο. Δεν πρόκειται για ζήτημα φρασεολογίας. Κι ακόμη, η μετατόπιση του κέντρου βάρους στο σύστημα αξιών, η μετατόπιση από την προκοπή στην αρπαχτή, δεν αφορά τον κόσμο των επιχειρήσεων, αφορά, κατά γενική ομολογία, συνολικά την κοινωνία.

Στην προσπάθεια ανασύνθεσης του παρελθόντος, οι προφορική μαρτυρία αναδεικνύεται έτσι σε απαραίτητη συμπληρωματική πηγή. Κι αν κάποτε εμπεριέχει τον σκόπελο της συναισθηματικής εμπλοκής, αυτή τελικά αυτοακυρώνεται με την άρρητη δέσμευση για μετουσίωση της αφήγησης σε κάτι διαφορετικό, που θα προκύψει από την επεξεργασία της πληροφορίας με εργαλεία επιστημονικά.

Τι είναι τελικά η βιομηχανική κληρονομιά; Είναι ένα παλιό εργοστάσιο που ανασκευάζεται ως χώρος μνήμης, με σεβασμό στην πρώτη του χρήση; Είναι το αρχείο μιας παλιάς επιχείρησης, ένα παλιό μηχάνημα, μάρτυρες του τεχνικού μας πολιτισμού; Μήπως είναι η αφήγηση μιας ζωής, σαν εκείνη του Βαγγέλη Σιλιβάνη; Υπόσταση υλική και άυλη συνάμα, η κληρονομιά είναι νομίζω κυρίως μια μαγιά, μια πρώτη ύλη που αν δεν δουλευτεί, αν δεν μετουσιωθεί και δεν προβληθεί στο σήμερα, πάει χαμένη. 


*Ομιλία στην εκδήλωση του Μουσείου Μπενάκη στην Πειραιώς, με θέμα τη βιομηχανική μας κληρονομία, στις 08 Ιουνίου 2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσθέστε τα σχόλια σας:

Σκοπός του μπλογκ αυτού είναι: Nα συγκεντρώσει τον προβληματισμό και τις προτάσεις για τη χάραξη μιας νέας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.


Έχουμε οδηγηθεί σε έναν πλήρη εκτροχιασμό από την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου, και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω", οπότε, ακόμη και αν ξαφνικά "βρέξει χρήματα", δεν θα επωφεληθούν παρά οι παρασιτικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση δεν θα ξεπεραστεί, εάν η χώρα δεν ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, την δημιουργική ψυχή - στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, αν δηλαδή δεν ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τα αδιέξοδα και να ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία¹.
"Δεν θα χαράξουμε όμως τέτοια στρατηγική χωρίς βαθιά συνείδηση, με γνώμονα πάντοτε τους καιρούς που ζούμε:
Πρώτον, του τι μας συμβαίνει, του βαθύτερου δηλαδή χαρακτήρα της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μας υπόσταση και στη συνολική συνακόλουθα μοίρα του Ελληνισμού.
Δεύτερον, του γιατί μας συμβαίνει, του πώς δηλαδή οι «χρυσοφόρες» δεκαετίες της μεταπολιτευτικής… χαύνωσης {των πολλών ευρωπαϊκών «πακέτων», της «Αλλαγής», του «εκσυγχρονισμού» και «της ισχυρής Ελλάδας»} μας οδήγησαν, ...στη μετανεωτερική υποτέλειά μας εντός της …Ευρωπαϊκής Ένωσης (με καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ισοτιμίας και ανεξαρτησίας στο πλαίσιό της!).
Τρίτον, τέλος, του πώς θα βγούμε από τα πνιγηρά αδιέξοδά μας και θα μπούμε στη δύσκολη τροχιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας, με πλήρη επίγνωση των απαιτούμενων σε βάθος χρόνου μεγάλων θυσιών από τον (καλά ενημερωμένο!) λαό μας."²