Σημειώσεις για τη Μεταποίηση του Κώστα Μελά

Η απουσία συγκροτημένου πλαισίου για την επιδιωκόμενη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας επιτρέπει, κυρίως στις πολιτικές δυνάμεις της χώρας και σε τακτά χρονικά διαστήματα, να επικαλούνται ως αναπτυξιακούς μοχλούς είτε ότι επικρατεί στο διεθνές περιβάλλον (πχ σήμερα είναι οι νεοφυείς επιχειρήσεις) είτε ότι συγκυριακά παρουσιάζει μια σχετική δυναμική (πχ. ο τομέας του τουρισμού).

Είναι γνωστόν, σε όσους ασχολούνται με τη θεωρία της οικονομικής ανάπτυξης, οι επιπτώσεις που είχε στην αναπτυξιακή προοπτική των χωρών η εξάρτησή τους από λίγες πηγές εισοδημάτων, αντί μιας ευρείας γκάμας μεταποιημένων προϊόντων που κατευθύνονται σε διαφορετικές αγορές. Η αυξημένη μεταβλητότητα των εσόδων από λίγους κλάδους εξαγωγής λόγω «καθήλωσης» της  εξειδίκευσης των συγκεκριμένων  οικονομιών μόνο σε αυτούς τους κλάδους, σε αντίθεση με τη συγκριτική σταθερότητα των εσόδων χωρών που έχουν έσοδα από ένα διαφοροποιημένο καλάθι προϊόντων και εξαγωγών, καταγράφεται  ως σημαντική και αρνητική επίπτωση για αυτές τις οικονομίες.

Το σημείο αυτό πρέπει να το προσέξουν όσοι υποστηρίζουν ένα οικονομικό υπόδειγμα  το οποίο καθιστά  τον ελληνικό τουρισμό βαριά  βιομηχανία της χώρας  περιορίζοντας την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στο «κτίσιμο ξενοδοχείων και εστιατορίων».

Είναι αδύνατον μια χώρα να μπορεί να ελπίζει ότι θα ανέλθει στην αλυσίδα αξίας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας  χωρίς να χρειαστεί να δημιουργήσει για παράδειγμα την προαναφερόμενη μεταποιητική βάση. Προσοχή ομιλώ για μεταποιητική βάση η οποία, όπως είναι κατανοητό, δεν περιλαμβάνει μόνο την παραγωγή βιομηχανικών τελικών προϊόντων.
Η αλήθεια των πραγματολογικών στοιχείων είναι καταλυτική: τα προϊόντα μεταποίησης διαμορφώνουν τον κύριο όγκο του παγκόσμιου εμπορίου κατά 70%, ενώ ο κλάδος αποτελεί μόνο το 16% του παγκοσμίου ΑΕΠ.

Επίσης, καταγράφεται σήμερα από σειρά αναλυτών,  η διαχρονική αύξηση  τόσο του βαθμού που ο κλάδος της μεταποίησης «που κατασκευάζει πράγματα» εξαρτάται από τις εισρέουσες (input) υπηρεσίες, όσο και ο βαθμός στον οποίο η μεταποίηση  συνεισφέρει στις υπηρεσίες ως εκροή (output).. Η εξέλιξη αυτής της σχέσης, ειδικά σε ό,τι αφορά την ενσωματωμένη γνώση, σημαίνει επίσης ότι, η διάκριση υπηρεσιών/μεταποίησης με την κλασική έννοια αρχίζει σε πολλές περιπτώσεις να χάνει τη συνάφειά της με την πραγματικότητα.
Παραμένει όμως ότι, ακόμα και αν αυτή η διάκριση ξεθωριάζει, η παραγωγή προϊόντων παραμένει αναπόσπαστη προϋπόθεση για την ανάπτυξη ενός υγιούς παραγωγικού οικοσυστήματος.
Αλλά ακόμα και τα προϊόντα που δεν είναι αποτέλεσμα μεταποίησης, όπως οι πρώτες ύλες ή τα αγροτικά προϊόντα, απαιτούν συχνά σαν εισροή προϊόντα μεταποίησης. Συνεπώς, η γενίκευση της προαναφερόμενης ανάλυσης,  στην ανάγκη ύπαρξης μιας επαρκώς διαφοροποιημένης και υγιούς μεταποιητικής βάσης είναι εύλογη και ορθή. 
Η παραγωγή προϊόντων (η δημιουργία πραγμάτων)  παραμένει αναπόσπαστη προϋπόθεση για την ανάπτυξη ενός υγιούς παραγωγικού οικοσυστήματος.

Είναι  εύκολο να  καταγραφεί, στην ελληνική οικονομία, το ποσοστό στο οποίο διάφοροι κλάδοι χρησιμοποιούσαν  προϊόντα μεταποίησης σαν εισροές. Σε σύγκριση με την ΕΕ-17 τα ποσοστά αυτά είναι σημαντικά μικρότερα  δείχνοντας μια πραγματικότητα αρκετά οδυνηρή για την Ελλάδα. Σχεδόν στο σύνολο των κλάδων της ελληνικής οικονομίας τα προϊόντα μεταποίησης που χρησιμοποιούνται ως εισροές είναι πολύ μικρότερα.
Αναφέρουμε ως ενδεικτικό παράδειγμα τη σταδιακή διακοπή της παραγωγής ενδιάμεσων προϊόντων πρώτου επιπέδου μεταποίησης της αγροτικής παραγωγής, παρά την καταρχήν εξαιρετική ποιότητα των ελληνικών αγροτικών προϊόντων. Οι λόγοι αυτής της εξέλιξης δεν θα μας απασχολήσουν εδώ. Χρειάζεται αρκετή προσπάθεια για να καταλήξουμε σε στερεά συμπεράσματα. Όμως αποτελεί αδιάψευστο  γεγονός ότι  οι μονάδες πρώτης μεταποίησης των αγροτικών προϊόντων έχουν σταδιακά κλείσει τις τελευταίες δεκαετίες και η ελληνική βιομηχανία τροφίμων εισάγει πλέον από το εξωτερικό χειρότερης ποιότητας και πολύ ακριβότερες εισροές που είναι προϊόντα πρώτης μεταποίησης.
Πρέπει να κατανοήσουμε ότι οποιοδήποτε σχέδιο ενίσχυσης της ανάπτυξης της χώρας θα πρέπει να περιλαμβάνει και την προοπτική σημαντικής ενίσχυσης της μεταποιητικής βάσης της χώρας, όχι μόνο σαν ποσοστό του ΑΕΠ αλλά κυρίως σαν ποικιλία δραστηριοτήτων.

Σήμερα η ελληνική μεταποίηση βρίσκεται σε μια δύσκολη θέση. Μάλλον σε μια διπλή παγίδα.
Η ένταξη μας σε μια αγορά όπως η ευρωπαϊκή (υψηλής τεχνολογίας), χωρίς να έχουν απομακρυνθεί οι αιτίες που προκαλούν αδυναμία στον εγχώριο μεταποιητικό τομέα να τις ανταγωνιστεί και οι οποίες εμφανίζονται ως υψηλό κόστος λειτουργίας και χαμηλής ενσωμάτωσης τεχνολογίας, απλά θα καταστήσει τις ελληνικές επιχειρήσεις μη βιώσιμες, καθώς φτηνές εισαγωγές που δεν έχουν ενσωματωμένο το επιπλέον κόστος θα είναι εύκολα προσβάσιμες στους καταναλωτές.
Αντίστοιχα, η επιδιωκόμενη  υποκατάσταση της ακριβής εγχώριας παραγωγής από φτηνές εισαγωγές και το προσδοκώμενο όφελος για τους Έλληνες καταναλωτές θα αποδειχθεί μάλλον μικρής σημασίας, καθώς η μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, ως βασική συνέπεια της επακόλουθης μείωσης ή και διακοπής παραγωγικής δραστηριότητας, απόλυσης προσωπικού και μείωσης αποδοχών ειδικά στον τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών (δηλαδή, κυρίως τη μεταποίηση), θα υπερκαλύψει  την οποιαδήποτε μείωση τιμών.

Δηλαδή, η έκθεση των  ελληνικών  παραγωγικών επιχειρήσεων  στην πίεση του ευρωπαϊκού ανταγωνισμού, χωρίς να μπορούν να ανταποκριθούν στα κίνητρα που αυτός δίνει για βελτίωση των προϊόντων και παραγωγικών υπηρεσιών αποτελεί μεγάλο κίνδυνο.
Με απλά λόγια ο κίνδυνος που διατρέχει η χώρα από την εδραίωση ανταγωνιστικών συνθηκών στις αγορές την ίδια στιγμή που το επιχειρηματικό περιβάλλον παραμένει αντίξοο για να μην πω εχθρικό, είτε λόγω ρυθμιστικών αστοχιών του κράτους είτε λόγω υψηλού ρίσκου χώρας και κόστους χρηματοδότησης, θα έχει το ακόλουθο αποτέλεσμα: Η χώρα θα χάσει την παραγωγική βάση που της απομένει, καθώς τα εμπορεύσιμα προϊόντα πλέον θα εισάγονται, υποκαθιστώντας τα μη ανταγωνιστικά εγχώρια παραγόμενα προϊόντα. Όμως η παραγωγική αυτή, κυρίως μεταποιητική βάση είναι και ο πυρήνας της μηχανής που μπορεί διαχρονικά να εξασφαλίσει την προσέγγιση του επιπέδου διαβίωσης των ανεπτυγμένων χωρών, καθώς και την ποιοτική απασχόληση.

Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι η ανάδειξη  των ήδη υπαρχόντων παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας οι οποίες εντοπίζονται  στη μηχανουργία , τα χημικά και τα φάρμακα και την αναζήτηση εκείνων των πολιτικών που θα επιτρέψουν την αξιοποίηση αυτών των ευκαιριών. Ειδικά για τη μηχανουργία, «την επιστημονική μαστοράντζα», πρέπει να ενσκήψουμε με μεγάλη προσοχή διότι αποτελεί έναν τεράστιο ενδογενή  πλούτο, μοναδικό στο είδος του, ο οποίος παραμένει ανεκμετάλλευτος και επιπλέον κινδυνεύει να μην αναπαραχθεί  στις νέες γενιές.

Μια επιτέλους σοβαρή ματιά στη μεταποίηση χρειάζεται περισσότερο από οτιδήποτε άλλο αυτή τη δύσκολη περίοδο που περνά η χώρα μας.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσθέστε τα σχόλια σας:

Σκοπός του μπλογκ αυτού είναι: Nα συγκεντρώσει τον προβληματισμό και τις προτάσεις για τη χάραξη μιας νέας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.


Έχουμε οδηγηθεί σε έναν πλήρη εκτροχιασμό από την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου, και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω", οπότε, ακόμη και αν ξαφνικά "βρέξει χρήματα", δεν θα επωφεληθούν παρά οι παρασιτικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση δεν θα ξεπεραστεί, εάν η χώρα δεν ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, την δημιουργική ψυχή - στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, αν δηλαδή δεν ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τα αδιέξοδα και να ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία¹.
"Δεν θα χαράξουμε όμως τέτοια στρατηγική χωρίς βαθιά συνείδηση, με γνώμονα πάντοτε τους καιρούς που ζούμε:
Πρώτον, του τι μας συμβαίνει, του βαθύτερου δηλαδή χαρακτήρα της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μας υπόσταση και στη συνολική συνακόλουθα μοίρα του Ελληνισμού.
Δεύτερον, του γιατί μας συμβαίνει, του πώς δηλαδή οι «χρυσοφόρες» δεκαετίες της μεταπολιτευτικής… χαύνωσης {των πολλών ευρωπαϊκών «πακέτων», της «Αλλαγής», του «εκσυγχρονισμού» και «της ισχυρής Ελλάδας»} μας οδήγησαν, ...στη μετανεωτερική υποτέλειά μας εντός της …Ευρωπαϊκής Ένωσης (με καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ισοτιμίας και ανεξαρτησίας στο πλαίσιό της!).
Τρίτον, τέλος, του πώς θα βγούμε από τα πνιγηρά αδιέξοδά μας και θα μπούμε στη δύσκολη τροχιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας, με πλήρη επίγνωση των απαιτούμενων σε βάθος χρόνου μεγάλων θυσιών από τον (καλά ενημερωμένο!) λαό μας."²